Κορέα, Βόρεια

Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας Έκταση: 120.540 τ. χλμ. Πληθυσμός: 22.224.195 (2002) Πρωτεύουσα: Πιονγκγιάνγκ (2.741.260 κάτ. το 1993)Κράτος της ανατολικής Ασίας, το οποίο καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα της κορεατικής χερσονήσου. Συνορεύει με την Κίνα στα Β, τη Νότια Κορέα στα Ν και τη Ρωσία στα ΒΑ. Βρέχεται από την Ιαπωνική θάλασσα στα Α και από την Κίτρινη θάλασσα στα Δ.. Διοικητικά η χώρα διαιρείται σε εννέα επαρχίες και τέσσερις πόλεις, με ξεχωριστές λαϊκές συνελεύσεις (σε παρένθεση η κορεατική ονομασία, η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός των επαρχιών και των πόλεων, σύμφωνα με την πιο αξιόπιστη εκτίμηση, του 1987): Βόρεια Πιονγκάν (P’yongan-bukto, Σινουιτζού, 2.408.000), Βόρεια Χαμγκγιόνγκ (Hamgyong-bukto, Τσονγκτζίν, 2.003.000), Βόρεια Χουανγκχάε (Hwanghae-bukto, Σαριγουόν, 1.409.000), Γιανγκάνγκ-ντο (Yanggang-do, Χιεσάν, 628.000), Γκανγκουόν ή Κανγκουόν-ντο (Kangwon-do, Ουονσάν, 1.227.000), Νότια Πιονγκάν (P’yongan-namdo, Πιονγκσόνγκ, 2.653.000), Νότια Χαμγκγιόνγκ (Hamgyong-namdo, Χαμχούνγκ, 2.547.000), Νότια Χουανγκχάε (Hwanghae-namdo, Χαετζού, 1.914.000), Τζαγκάνγκ (Chagang-do, Γκανγκιέ, 1.156.000), και στις πόλεις Γκαεσόνγκ-σι ή Κεσόνγκ-σι (Kaesong-si, Γκαεσόνγκ, 331.000), Ναμπό-σι (Nampo-si, Ναμπό, 715.000), Νατζίν Σονμπόνγκ-σι (Najin Sonbong-si, Νατζίν Σονμπόνγκ, δεν υπάρχουν στοιχεία για τον πληθυσμό), Πιονγκγιάνγκ (P’yongyang-si, Πιονγκγιάνγκ, 2.741.260).Επίσημη γλώσσα είναι η κορεατική. Γενικά επικρατεί η εθνική ομοιογένεια, ωστόσο υπάρχει μία περιορισμένη κινεζική κοινότητα καθώς και μερικοί Ιάπωνες.Σύμφωνα με το αρχικό σύνταγμα του 1948, που αναθεωρήθηκε πλήρως το 1972 και τροποποιήθηκε το 1992, η ανώτατη εξουσία στη χώρα ασκείται από την ανώτατη λαϊκή συνέλευση, η οποία απαρτίζεται από 687 μέλη με πενταετή θητεία. Η συνέλευση εκλέγει τον πρόεδρο της χώρας και τα μέλη της κεντρικής λαϊκής επιτροπής. Επίσης ορίζει τον πρωθυπουργό, ενώ η λαϊκή επιτροπή τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Κόμματα και κυβέρνηση. Ο Κιμ Γιονγκ-Ιλ είναι αρχηγός του κράτους από τον Ιούλιο του 1994 και γενικός γραμματέας του Εργατικού Κόμματος της Κορέας. Σημαντικά κόμματα της χώρας είναι επίσης το Κορεατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και το Κόμμα Τσονγκού. Το Εργατικό Κόμμα της Κορέας, το οποίο βρίσκεται στην εξουσία, διαθέτει μία σειρά οργάνων μεταξύ των οποίων είναι το συνέδριο, η κεντρική επιτροπή και το πολιτικό γραφείο. Το προεδρείο του πολιτικού γραφείου (Πρεζίντιουμ) είναι αυτό που καθορίζει γενικότερα την πολιτική της χώρας.Σε ό,τι αφορά το δικαστικό σύστημα της Β.Κ., δεν υφίστανται διακρίσεις ανάμεσα σε αστικά, ποινικά και διοικητικά δικαστήρια. Το ανώτερο δικαστικό όργανο του κράτους είναι το ανώτατο δικαστήριο το οποίο εκλέγεται από την ανώτατη λαϊκή συνέλευση και από τα λαϊκά δικαστήρια των πόλεων και των επαρχιών. Τα δικαστήρια είναι ανεξάρτητα και από δικανική άποψη αμερόληπτα. Ο γενικός επίτροπος ασκεί τον έλεγχο για τη νομιμότητα της δημόσιας και ιδιωτικής δραστηριότητας καθώς και για την ακριβή εφαρμογή των νόμων, των διαταγμάτων, των υπουργικών διατάξεων, των αποφάσεων και των κατευθυντήριων γραμμών των τοπικών οργάνων. Το νομικό σύστημα βασίζεται στο γερμανικό δίκαιο· είναι σαφείς, ωστόσο, οι επιρροές από το ιαπωνικό δίκαιο και την κομουνιστική νομική θεωρία.Οι πιο διαδεδομένες θρησκείες στη χώρα είναι ο βουδισμός, ο κομφουκιανισμός, ο συγκρητιστικός Tσοντονγκίο (θρησκεία που συνδυάζει τον σαμανισμό με βουδιστικά και χριστιανικά στοιχεία), ο σαμανισμός και ο ταοϊσμός. Υψηλό είναι το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν άθεοι.Κατά τη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής, η εκπαίδευση ακολούθησε τα πρότυπα της Ιαπωνίας έως το 1954, οπότε η κυβέρνηση αναδιοργάνωσε τον εκπαιδευτικό τομέα. Καθιερώθηκε η υποχρεωτική και δωρεάν εκπαίδευση έως την ηλικία των 15 ετών· η στοιχειώδης διαρκεί 4 χρόνια, ενώ η μέση 6 και βασίζεται στην τεχνολογική και επαγγελματική κατάρτιση. Επίσης λειτουργούν νυχτερινές σχολές για τους εργαζομένους. Η ανώτερη εκπαίδευση είναι δωρεάν και παρέχεται από το πανεπιστήμιο Κιμ Ιλ Σουνγκ (ιδρύθηκε το 1946) στην Πιονγκγιάνγκ, καθώς και από τα ανώτατα ιδρύματα μεταλλειολογίας, ιατρικής, μηχανικής κ.α. Το 1990 το ποσοστό αναλφαβητισμού ήταν μικρότερο από το 1% του συνολικού πληθυσμού.Η στρατιωτική θητεία είναι υποχρεωτική και τριετής. Το 2001 οι ένοπλες δυνάμεις αριθμούσαν 1.082.000 άτομα, κατανεμημένα στον στρατό ξηράς (950.000), στην αεροπορία (86.000) και στο ναυτικό (46.000). Συμπεριλάμβαναν επίσης 3.500 βαρέα άρματα μάχης, 3.060 τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού, 1.200 αεροσκάφη, 320 ελικόπτερα και 29 πολεμικά πλοία. Οι εφεδρείες αριθμούσαν περίπου 4.700.000 άτομα. Εκτιμάται ότι η χώρα διαθέτει πυρηνικά όπλα, άγνωστου αριθμού (υπολογίζονται λιγότερα από δέκα) και ισχύος. Διαθέτει επίσης βαλλιστικούς πυραύλους ικανούς για τη μεταφορά πυρηνικών όπλων μέχρι την Ιαπωνία και ενδεχομένως μέχρι τη δυτική ακτή των ΗΠΑ.Όλοι οι πολίτες της χώρας δικαιούνται δωρεάν περίθαλψη, σύνταξη και επιδόματα ανικανότητας για εργασία. Το 1993 αντιστοιχούσαν 370 πολίτες ανά γιατρό.Η γεωλογική δομή της Κ. παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της μαντζουριανής ζώνης στην οποία ανήκει· αντιπροσωπεύει το ακραίο τμήμα των αρχαίων ασιατικών ηπειρωτικών μαζών, στις παρυφές των γεωσυγκλίνων από τα οποία δημιουργήθηκε το ιαπωνικό αρχιπέλαγος. Είναι διαδεδομένα τα αρχαιοζωικά πετρώματα όπως οι γρανίτες, οι γνεύσιοι και οι κρυσταλλοπαγείς σχίστες, που αποτελούν τη βάση των παλαιοζωικώv σειρών, που υπέστησαν στη συνέχεια έντονες συρρικνώσεις και ισχυρές τεκτονικές μετατοπίσεις. Στο μεσοζωικό και, ακριβέστερα, στο κρητιδικό, όταν άρχισαν οι πρώτες εκδηλώσεις της ορεογένεσης του τριτογενούς, ανάγεται μία γιγαντιαία διείσδυση γρανιτικών μαζών και πορφυριτών, που αναδύονται σήμερα στο κεντρικό χερσονησιωτικό τμήμα και στο βόρειο ηπειρωτικό τμήμα. Ελαφρώς εκτεταμένες είναι οι μεσοζωικές και καινοζωικές ιζηματαποθέσεις, που αποτελούνται γενικά από ψαμμίτες και κροκαλοπαγή πετρώματα, και ορίζονται κυρίως στην ανατολική παράκτια λωρίδα. Πολυάριθμες και ενίοτε επιβλητικές είναι οι λαβικές επεκτάσεις, που οφείλονται σε μία έντονη ηφαιστειακή δράση του τριτογενούς και βρίσκονται κυρίως στα Β και στο νησί Tζετζού. Οι σχηματισμοί του παλαιοζωικού, που καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση σε όλη την Κ., περιλαμβάνουν ένα μεγάλο ασβεστολιθικό απόθεμα (του κάμβριου) αξιοσημείωτης ευρύτητας και με εναλλασσόμενα χαρακτηριστικά λεπτών ασβεστόλιθων και ροζ σχιστόλιθων. Η περιοχή είναι πλούσια σε σιδηρομεταλλεύματα και ορυκτά ψευδαργύρου, μολύβδου και αργύρου, ενώ είναι συχνές οι καλλιεργήσιμες ανθρακοφόρες φλέβες. Στα ιζηματογενή εδάφη του μεσοζωικού επικρατούν κροκαλοπαγή πετρώματα και ψαμμίτες αξιοσημείωτου πάχους, ενώ λεπτές ανθρακοφόρες φλέβες μπορεί να βρεθούν στους κατώτερους σχίστες. Το τριτογενές, που αντιπροσωπεύεται από μεμονωμένους σχηματισμούς σε όλη την ανατολική πλευρά της χερσονήσου, περιλαμβάνει πετρώματα χερσαίας και θαλάσσιας προέλευσης, όπως λιγνίτες, ψαμμίτες και κροκαλοπαγή πετρώματα. Ειδικότερα, τα πετρώματα του μειόκαινου είναι αποκλειστικά θαλάσσια και περιλαμβάνουν ψαμμίτες και σχίστες, καθώς και τύρφες και ηφαιστειακές λάβες.Μεγάλο τμήμα του κορεατικού εδάφους (περίπου τα τρία πέμπτα) είναι χερσονησιωτικό, ενώ το υπόλοιπο ηπειρωτικό. Το χερσονησιωτικό τμήμα, το οποίο βρέχεται από την Ιαπωνική αλλά και από την Κίτρινη θάλασσα και προεκτείνεται προς τα Ν, φτάνοντας σχεδόν το ιαπωνικό αρχιπέλαγος, έχει ογκώδες σχήμα, ελαφρώς αρθρωτό, γεγονός που καταδεικνύει άμεσα την ηλικία αυτής της γης, η οποία είναι πράγματι μία απόφυση των αρχαίων ασιατικών ηπειρωτικών μαζών, καθώς και περιοχή μετάβασης ανάμεσα σε αυτές και στις θάλασσες που εκτείνονται στον Ειρηνικό ωκεανό. Στα Β ενώνεται με την ήπειρο με ένα εκτεταμένο ορεινό τμήμα, το οποίο, προς το εσωτερικό, δεσπόζει στις μαντζουριανές λεκάνες. Η δομική διαίρεση ανάμεσα στα δύο τμήματα είναι εμφανής από μία γραμμή που περνά μεταξύ Oυονσάν και Σεούλ, σύμφωνα με μία διεύθυνση που αντιστοιχεί με εκείνη όλων των κύριων τεκτονικών αξόνων της χώρας. Βασικό στοιχείο της φυσικής κορεατικής γεωγραφίας είναι η ορεινότητα, αν και κατά μεγάλο μέρος αποτελείται από γηραλέες μορφές, που οφείλονται στη μακροχρόνια διαβρωτική δράση. Αυτός ο ορεινός χαρακτήρας είναι περισσότερο έντονος στο ηπειρωτικό τμήμα, όπου υψώνεται μία σειρά αναγλύφων, όχι ενωμένων αλλά διατεταγμένων κυρίως κατά μήκος του περιθωριακού τόξου της ηπείρου. Το τμήμα της χερσονήσου χαρακτηρίζεται, αντίθετα, από μια σειρά αναγλύφων με νότια διεύθυνση, τα οποία καθώς στρέφονται προς τα Α δημιουργούν μια καταφανή ασυμμετρία ανάμεσα στο ανατολικό και στο δυτικό τμήμα· αφενός μία απόκρημνη πλευρά που δεσπόζει στην ακτή και αφετέρου σε επιπεδοποιημένες κορυφές και σε χαμηλά λοφώδη ανάγλυφα που κατέρχονται βαθμιαία μέχρι τη θάλασσα. Η ασυμμετρία της χερσονήσου, η ποικιλία των γεωλογικών σχηματισμών και η αρχαιότητα των ορεογενετικών φαινομένων, στα οποία υπεισήλθαν σε πιο πρόσφατες εποχές διάφορες διαδικασίες ανανέωσης, είχε ως αποτέλεσμα την παρουσία πολυποίκιλων μορφολογικών στοιχείων. Στη Βόρεια Κ., που συνδέεται με την ορεινή ζώνη της Μαντζουρίας, εκτείνεται μία ζώνη υψιπέδων, που διαιρείται από ορεινές αλυσίδες ηφαιστειακής κατά ένα μέρος φύσης, οι οποίες φτάνουν στο μέγιστο ύψος των 2.744 μ. στο Mπαγκντουσάν. Το νοτιοανατολικό τμήμα αυτού του μεγάλου υψιπέδου κατέρχεται προς την παράκτια λωρίδα με αρκετά απόκρημνες πλαγιές. Το ανάγλυφο που συνδέει το ηπειρωτικό τμήμα με αυτό της χερσονήσου αποτελείται, με τη σειρά του, από αλυσίδες που προχωρούν παράλληλα με την τεκτονική τάφρο Oυονσάν-Σεούλ. Το σπουδαιότερο από αυτά τα ορεινά χαρακτηριστικά είναι εκείνο του Mπουγκνταεμπόνγκ, με ύψη που κυμαίνονται γύρω στα 1.000 μ. και καταλήγουν, στα Β, στο Mπαγκσάν (1.724 μ.). Η δυτική πλευρά των συγκεκριμένων αναγλύφων χαρακτηρίζεται από ένα εκτεταμένο και εύφορο οροπέδιο που πλησιάζει προς την ακτή. Η εκτενής αλυσίδα των βουνών Tαεμπάγκ αποτελεί την κυριότερη ράχη της χερσονήσου. Αυτή προχωρεί κατά μήκος της ανατολικής ακτής και περιλαμβάνει μερικές κορυφές που ξεπερνούν τα 1.500 μ. Στα δυτικά της αλυσίδας εκτείνεται το μεγάλο υψίπεδο Λινγκσού, οι απαλές, κυματοειδείς πλαγιές του οποίου φτάνουν στα δυτικά παράλια, δημιουργώντας την ανώμαλη παράκτια πορεία με μυχούς, ακρωτήρια και νησιωτικές αναδύσεις. Η ορεινή αλυσίδα των Σομπάγκ, που αποκλίνει από τα Tαεμπάγκ προς τα ΝΔ, αποτελεί το μέσο ορεογραφικό στοιχείο της χερσονήσου· είναι ένα αρχαίο ανάγλυφο που υψώνεται ανάμεσα στα 1.000 και 1.500 μ. και αγγίζει τα 2.000 μ. στις ακραίες νότιες παραφυάδες. Ανάμεσα στα Tαεμπάγκ και στα Σομπάγκ υπάρχουν μερικές μεγάλες περιοχές διάβρωσης, στις οποίες παρεμβάλλονται η πλούσια πεδιάδα Νταεγκού και η εύφορη κόγχη που περιβάλλει την Αντόνγκ. Οι νότιες ακτές εμφανίζονται περισσότερο κατακερματισμένες από τις δυτικές. Το νησί Tζετζού, που βρίσκεται σε μία αρχαία γρανιτική τοποθεσία, αποτελείται κυρίως από μια ομάδα ηφαιστείων του τριτογενούς, που με την επιβλητική δράση τους κάλυψαν μεγάλο μέρος του νησιού με μεγάλα βασαλτικά στρώματα. Οι πεδιάδες αντιστοιχούν στο 25% του κορεατικού εδάφους και καταλαμβάνουν τις χαμηλές περιοχές, που διαρρέονται από τους κυριότερους ποταμούς και τα παράλια της χερσονήσου. Οι πιο εκτεταμένες είναι οι δυτικές της Πιονγκγιάνγκ, της Σεούλ και της Γκουνσάν.Η ποικιλία των μορφολογικών στοιχείων της κορεατικής χερσονήσου αντανακλάται και στις κλιματικές συνθήκες, οι οποίες ρυθμίζονται από την έκφανση των μουσώνων, που το καλοκαίρι φυσούν θερμοί και υγροί από τον ωκεανό, ενώ τον χειμώνα καταφθάνουν βίαιοι, ψυχροί και ξηροί από την ήπειρο. Τα ψηλά δασώδη βουνά του Βορρά και η εκτεταμένη και ασύμμετρη ράχη της χερσονήσου, η θερμική αντίθεση των δύο θαλάσσιων λεκανών (λόγω της επίδρασης που ασκεί στις ανατολικές ακτές ένας βραχίονας του κούρο σίβο, του θερμού ρεύματος της Ιαπωνικής θάλασσας), η παρουσία μεγάλων εσωτερικών κογχών και εκτεταμένων υψιπέδων καθορίζουν ιδιόρρυθμες καταστάσεις που επιτρέπουν τη διάκριση ορισμένων κλιματικών περιοχών στη χώρα, με έκδηλες αντανακλάσεις στη διαφοροποίηση του τοπίου. Οι έντονες θερμικές διακυμάνσεις παρατηρούνται ανάμεσα στον Βορρά και στον Νότο· οι βόρειες ορεινές περιοχές υφίστανται εκτεταμένους και ιδιαίτερα ψυχρούς χειμώνες με ελάχιστες τιμές γύρω στους 40°C υπό το μηδέν, έτσι που ακόμα και οι παράκτιες θάλασσες παγώνουν περισσότερο από τρεις μήνες τον χρόνο. Το κλίμα είναι τραχύ και στις εσωτερικές περιοχές της χερσονήσου. Στα Ν ο χειμώνας είναι πιο ήπιος παρότι φτάνει ενίοτε στους 10°C υπό το μηδέν. Αισθητές θερμικές διακυμάνσεις διακρίνουν επίσης τα δύο παράλια, ανατολικό και δυτικό. Το καλοκαίρι είναι πολύ υγρό, θερμό και βροχερό στα Ν, ενώ στα Β είναι ηπειρωτικού τύπου. Οι θερμικές διακυμάνσεις είναι πιο έντονες στα Β, ενώ στις νότιες περιοχές η επίδραση της θάλασσας μετριάζει σε σημαντικό βαθμό το τραχύ κλίμα και το μεταβάλλει σε εύκρατο. Η μέση θερμοκρασία του πιο θερμού μήνα (σχεδόν πάντοτε του Αυγούστου) είναι 25-26°C στο νότιο τμήμα και 20-22°C στο βόρειο τμήμα, ενώ η θερμοκρασία του πιο ψυχρού μήνα (Ιανουαρίου) κυμαίνεται γύρω στους 0°C στα Ν και φτάνει, αντίθετα, τους -20°C στα Β. Η κατανομή των ετήσιων βροχοπτώσεων είναι επίσης ποικίλη· άφθονες στις νότιες περιοχές, οι βροχοπτώσεις ξεπερνούν τα 1.300 χιλιοστά, προπάντων στις παράκτιες ζώνες της χερσονήσου, περιορίζονται βαθμιαία από τα ΝΑ στα ΒΔ και μειώνονται αισθητά στη βορειοανατολική περιοχή, όπου μόλις φτάνουν τα 500-600 χιλιοστά.Η κορεατική βλάστηση, που αποτελεί το πέρασμα ανάμεσα στις χλωρίδες της ανατολικής και της βόρειας Ασίας, ταξινομείται σε τρεις τύπους: φυτά της ψυχρής ζώνης, που απαντούν στα βουνά Tαεμπάγκ και στα πιο ψηλά εσωτερικά υψίπεδα και αποτελούν τον ίδιο τύπο της σιβηρικής δασικής βλάστησης κωνοφόρων, φυτά της εύκρατης ζώνης μεικτού δάσους, που βρίσκονται στο μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου, και τέλος τροπική βλάστηση, που καλύπτει τα νότια παράλια και το νησί Tζετζού. Η δασική ζώνη κωνοφόρων εκτείνεται στις επαρχίες Πιονγκάν, Tζαγκάνγκ και Xαμγκγιόνγκ (Βόρεια Κ.). Το κατώτερο υψομετρικό όριο ποικίλλει προς τις βόρειες περιοχές, από τα 1.500 μέχρι τα 600 μ. Στην εκτεταμένη εύκρατη δασική ζώνη εναλλάσσονται τα κωνοφόρα, τα φυλλοβόλα πλατύφυλλα (ιτιές, λεύκες, σημύδες, κάρπινος, δρύες, φτελιές κ.ά.) και άλλα φυτά, χαρακτηριστικά της Άπω Ανατολής. Η πανίδα της Βόρειας Κ. σχετίζεται άμεσα με τα είδη της ηπειρωτικής Ασίας, τα οποία μετανάστευσαν από τη Σιβηρία ή από τη Μαντζουρία. Στο κεντρικό και νότιο τμήμα βρίσκονται, αντίθετα, ζωικά είδη ιθαγενή της Κ., παράλληλα με είδη όμοια με εκείνα που είναι διαδεδομένα στην ήπειρο και στην Ιαπωνία. Στην περιοχή ζουν αγριόχοιροι, πολυάριθμες αντιλόπες και ελάφια, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται και ένα μεγαλόσωμο είδος, διαδεδομένο επίσης στη Μαντζουρία και στην Ιαπωνία.Λόγω της γεωμορφολογικής ιδιορρυθμίας της κορεατικής χερσονήσου, που περιορίζεται στα Β από ένα ορεινό φράγμα και διαρρέεται κατά μήκος από μια ορεινή ράχη που προχωρεί σε μικρή απόσταση από την ανατολική ακτή, όλοι οι σημαντικοί ποταμοί εκβάλλουν στην Κίτρινη θάλασσα ή στο Στενό της Κ., με εξαίρεση τον Tούμεν, που αποτελεί τη βορειοανατολική μεθόριο με τη Mαντζουρία και τη Ρωσία. Γενικά, οι κορεατικοί ποταμοί έχουν σύντομο και ακανόνιστο ρου, με περιορισμένες παροχές αλλά με σχετικά εκτεταμένες λεκάνες, τροφοδοτούμενες από πολυάριθμους παραποτάμους. Η υδρογραφική λεκάνη του Tούμεν φτάνει τα 10.000 τ. χλμ. και του Γιαλού τα 31.000 τ. χλμ., τα μισά από τα οποία ανήκουν στη Mαντζουρία, ενώ στην περίπτωση του Xαν, στη Νότια Κ., και του Nταεντόνγκ, στη Βόρεια Κ., ένα μεγάλο τμήμα των λεκανών τους περιλαμβάνεται στην πεδινή λωρίδα ανάμεσα στην ανατολική περιθωριακή αλυσίδα και στα δυτικά παράλια. Ο Ναγκντόνγκ εκβάλλει στο Στενό της Κ., με έναν μεγάλο χωνοειδή ποταμόκολπο στον οποίο βρίσκεται η Mπουσάν, το μεγαλύτερο κορεατικό λιμάνι. Η υδρογραφική λεκάνη του, με έκταση περίπου 24.000 τ. χλμ., καταλαμβάνει εκτεταμένες καλλιεργημένες κόγχες και αρδευόμενες που βρίσκονται ανάμεσα στην αλυσίδα των βουνών Tαεμπάγκ και Σομπάγκ. Ο ρους του μεγαλύτερου μέρους των κορεατικών ποταμών είναι ορμητικός στην άνω λεκάνη τους, όπου επικρατούν ευνοϊκές συνθήκες για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, και στον κάτω ρου τους το πλωτό τμήμα είναι περιορισμένο και εξαρτάται άμεσα από την εποχιακή πορεία τους. Ο Tούμεν εξυπηρετεί τη μεταφορά ξυλείας και ορυκτών, αλλά είναι πλωτός μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες έως περίπου 340 χλμ. από τις εκβολές του· τα πλωτά τμήματα του Χαν και του Ναγκντόνγκ είναι μικρότερα. Οι ποταμόκολποι των κυριότερων ποταμών της δυτικής πλευράς είναι όλοι βαθείς, αποτελώντας εξαιρετικά φυσικά λιμάνια· σε αντιστοιχία με αυτούς είναι ανεπτυγμένα πολλά από τα κυριότερα οικονομικά και βιομηχανικά κέντρα της χερσονήσου. Η παροχή των κορεατικών ποταμών είναι άφθονη τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες, καθώς τροφοδοτούνται από τα χιόνια των ψηλών βουνών και από τις καλοκαιρινές βροχοπτώσεις, φτάνοντας γενικά στη μέγιστη στάθμη τους κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο. Κατά τους δριμείς χειμώνες, στη Βόρεια Κ., ο Γιαλού, ο Tούμεν και οι άλλοι πιο βόρειοι ποταμοί παγώνουν σχεδόν σε όλο τον ρου τους.Στην ποικιλία του κορεατικού τοπίου μπορούν να ξεχωρίσουν ορισμένες ενότητες κατά περιοχές, μέσα στο περιβάλλον όμως της γενικότερης διαίρεσης ανάμεσα σε Βορρά και Νότο, που γίνεται εμφανές δομικά από το τεκτονικό ρήγμα, το οποίο βρίσκεται μεταξύ Oυονσάν και Σεούλ. Στον Βορρά, η πιο εσωτερική περιοχή, που ορίζεται από τον ρου του ποταμού Γιαλού (που χωρίζει τη χώρα από τη Μαντζουρία), είναι εξαιρετικά ορεινή, αν και σε πολλά σημεία αποκτά όψεις υψιπέδου (Kαέμα), και κατέρχεται με αναβαθμίδες προς τις κοιλάδες που διαρρέονται από τον ίδιο τον Γιαλού και τον Tούμεν, στις οποίες δεσπόζει ο ψηλός ηφαιστειακός κώνος του Mπαγκντουσάν. Πολυάριθμοι άλλοι ποταμοί χαράζουν βαθιά τις πλαγιές και διακόπτονται συχνά από μεγάλα φράγματα που κατασκευάστηκαν για την παροχή ενέργειας στις παράκτιες βιομηχανικές ζώνες. Το δάσος των κωνοφόρων καλύπτει ευρύτατα τις περιοχές αυτές, οι οποίες λόγω της τραχιάς μορφολογίας και της δριμύτητας του κλίματος, παραμένουν κατά ένα μέρος ακατοίκητες. Οι κλιματικές συνθήκες μεταβάλλονται προοδευτικά προς τις ακτές, όπου οι τιμές της πυκνότητας του πληθυσμού γίνονται πιο υψηλές. Ειδικότερα, κατά μήκος της βορειοανατολικής παράκτιας λωρίδας παρατηρήθηκε ριζική αλλαγή των οικονομικών συνθηκών, με τη βελτίωση της γεωργίας, την ενίσχυση της αλιείας, την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και την ίδρυση πολυάριθμων βιομηχανιών. Η ζώνη της Κ. που βρίσκεται από την άλλη πλευρά, παρότι έχει πίσω της απρόσιτα ορεινά χωριά, δεν είναι αποκομμένη από την υπόλοιπη χώρα, κυρίως χάρη σε δύο βαθείς φυσικούς διαδρόμους (οι οποίοι διασχίζονται από τους σιδηροδρόμους που ενώνουν την Πιονγκγιάνγκ και τη Σεούλ), κατά ένα μέρος τεκτονικής προέλευσης, με εμφανή τα ίχνη ηφαιστειακών δράσεων. Εκεί, εκτός από τη γεωμορφολογία, παρουσιάζονται επίσης αλλαγές στο κλίμα και στο φυτικό τοπίο· οι βροχοπτώσεις είναι άφθονες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, και η βλάστηση, ημιφυλλοβόλα, είναι ως επί το πλείστον κατεστραμμένη από τη μακροχρόνια εκμετάλλευση. Κατά μήκος των δυτικών ακτών, που από φυσική και ιστορική πλευρά συνδέονται με τη Μαντζουρία, τα ορεινά χαρακτηριστικά είναι λιγότερο τονισμένα· οι ορεινές αλυσίδες κατευθύνονται προς τη θάλασσα με μακριές μεμονωμένες λοφώδεις ράχες, αποκτώντας στις μεγάλες ποτάμιες κοιλάδες κωνοειδές σχήμα. Ωστόσο, προς το εσωτερικό τα βουνά υψώνονται προοδευτικά, ώσπου καταλήγουν στον σχηματισμό ενός ενιαίου φράγματος. Από τα βουνά αυτά κατέρχονται πολυάριθμοι ποταμοί, ανάμεσα στους οποίους ο σπουδαιότερος είναι ο Nταεντόνγκ, που αποστραγγίζει την πιο εκτεταμένη λεκάνη της περιοχής. Το κλίμα είναι λιγότερο δριμύ, αλλά επηρεάζεται από τη γειτνίαση της ασιατικής ηπειρωτικής μάζας. Από την άλλη πλευρά, η Κίτρινη θάλασσα, λίγο βαθιά και περιφερειακή, δεν επηρεάζει τις συνθήκες της θερμοκρασίας, η οποία παρουσιάζει αξιοσημείωτες διακυμάνσεις τον χειμώνα και το καλοκαίρι. Στις κεντρικές ζώνες της χερσονήσου το ανάγλυφο εξομαλύνεται βαθμιαία, εγκαταλείποντας τον συμπαγή χαρακτήρα που το διακρίνει στα Β, ενώ διαιρείται σε πολυάριθμες παράλληλες ορεινές αλυσίδες, ανάμεσα στις οποίες ρέουν διάφοροι ποταμοί. Στο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου δεσπόζει η ορεινή πλευρά των βουνών Tαεμπάγκ, η οποία διακόπτεται από πολυάριθμες κοιλάδες, απομονωμένες και κλειστές, που χαμηλώνουν ομαλά στην ακτή. Οι προσχωσιγενείς παράκτιες πεδιάδες είναι μικρές και, ύστερα από πρόσφατες ανυψώσεις, έχουν διαμελιστεί από χειμάρρους, οι οποίοι απέκτησαν εκ νέου διαβρωτική ισχύ, αλλά και δύναμη μεταφοράς· στις εκβολές, αντίθετα, οι εναποθέσεις έχουν σχηματίσει ακόμα και μικρές λιμνοθάλασσες. Πρόκειται γενικά για μια αραιοκατοικημένη περιοχή, μολονότι το κλίμα είναι σχετικά ήπιο χάρη στην επίδραση του θερμού ρεύματος της Ιαπωνικής θάλασσας. Περισσότερο ήπιο γίνεται το κλίμα στη νοτιοανατολική περιοχή, που αντιστοιχεί κατά μεγάλο μέρος στη λεκάνη του ποταμού Nαγκντόνγκ, η οποία είναι εξ ολοκλήρου λοφώδης και όχι ιδιαίτερα πλούσια σε προσχωσιγενή εδάφη. Οι πιο εσωτερικές και ορεινές ζώνες διατηρούν κάποιο τμήμα των αρχαίων εύκρατων δασών, αλλά σήμερα η καλλιέργεια του ρυζιού, που γίνεται κυρίως σε αναβαθμίδες, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής όπου, χάρη στις κλιματικές συνθήκες, παρέχει δύο συγκομιδές τον χρόνο. Στη νοτιοδυτική περιοχή το κλίμα, σε συνδυασμό με την αξιοσημείωτη έκταση των πεδιάδων, έχει δημιουργήσει ένα πυκνοκατοικημένο τοπίο, μολονότι δεν παρουσιάζει ομοιόμορφες πλευρές, ιδιαίτερα στο εσωτερικό, όπου το ανάγλυφο τείνει να κατακερματίσει γεωγραφικά το έδαφος. Η παράκτια λωρίδα, με τη σειρά της, είναι σχεδόν κονιοποιημένη σε μια απειρία ακρωτηρίων και μυχών, απέναντι στους οποίους βρίσκονται εκατοντάδες μεγάλα και μικρά νησιά· στα μικρά τμήματα θάλασσας πλέουν οι τζόνκες, καθώς και άλλα σκάφη που χρησιμοποιούν οι τοπικοί πληθυσμοί για την αλιεία. Στις πεδιάδες, και ιδιαίτερα σε εκείνες της Γκιονγκσάνγκ και της Tσουνγκτσόνγκ, παράλληλα με τις εντατικές γεωργικές δραστηριότητες που βασίζονται στην καλλιέργεια του ρυζιού με άρδευση, έχει αναπτυχθεί η βιομηχανία και η περιοχή είναι σήμερα από τις πιο πυκνοκατοικημένες της Κ.Η προϊστορία της Κ. δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, μολονότι στη χώρα υπάρχουν ίχνη που μαρτυρούν την ύπαρξη ανθρώπινης ζωής ήδη από τη νεολιθική αλλά και από την παλαιολιθική εποχή. Κατά τη νεολιθική εποχή η χερσόνησος υπήρξε η εστία κάποιας πολιτιστικής δραστηριότητας των πρώτων γεωργικών πολιτισμών του κινεζικού κόσμου. Ευρήματα, που αντιστοιχούν χρονικά και αρχαιολογικά σε αυτές τις περιόδους, ήρθαν στο φως στους σταθμούς του Βόρειου Xαμγκγιόνγκ και του Kιμπάλ στο Γκιονγκσάνγκ. Οι πιο σημαντικές και αρχαιότερες ιστορικές πληροφορίες ανάγονται στον 7ο αι. π.Χ. και προέρχονται από κινεζικά ντοκουμέντα, σχετικά με τα πρώτα μεταναστευτικά ρεύματα κινεζικών πληθυσμών. Ο πληθυσμός της Κ. μπορεί να θεωρηθεί, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ομοιογενής, αφού ο αριθμός των ξένων που ζουν στη χώρα είναι εξαιρετικά περιορισμένος· εξάλλου, ακόμα και πριν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, εκτός από περίπου 700.000 Ιάπωνες και 70.000 Κινέζους, δεν υπήρχαν άλλες ξένες πολυάριθμες παροικίες στη χώρα.Σύμφωνα με υπολογισμούς του 2002, ο πληθυσμός της Β.Κ. αριθμούσε 22.224.195 κατ., με πυκνότητα 184,3 κατ. ανά τ. χλμ. και προσδόκιμο ζωής τα 71,3 χρόνια (74,4 για τις γυναίκες και 68,3 για τους άντρες).Οι αγροτικοί οικισμοί, που συνήθως είναι χτισμένοι κατά μήκος των κοιλάδων ή των συγκοινωνιακών αρτηριών, αποτελούν τον πιο διαδεδομένο τύπο εγκατάστασης στη χερσόνησο της Κ. Οι διαστάσεις τους ποικίλλουν, ανάλογα με τις οικολογικές και κοινωνικές συνθήκες· ενίοτε, ένας οικισμός περιλαμβάνει μόνο δύο ή τρία σπίτια, αλλά συνήθως, στις πεδιάδες όπου καλλιεργείται το ρύζι, ο οικισμός αποτελείται από περισσότερες των εκατό οικογενειών. Συνήθως οι οικισμοί βρίσκονται σε περιοχές κοντά στον Νότο, όπου οι λόφοι και οι κοιλάδες προσφέρουν μεγαλύτερες δυνατότητες γεωργικής εκμετάλλευσης. Τύποι διεσπαρμένων οικισμών συναντιούνται αποκλειστικά στα υψίπεδα του Βορρά. Τα παραδοσιακά σπίτια είναι κατασκευασμένα από υλικά που βρίσκει κανείς εύκολα στη φύση· έχουν πέτρινα θεμέλια, τοίχους χτισμένους από πέτρα, λάσπη και ξύλινα δοκάρια, ενώ η σκεπή κατασκευάζεται από ρυζόχορτα. Βέβαια απαντώνται σε διάφορες παραλλαγές, δηλαδή σε αρκετές περιοχές η σκεπή αποτελείται από πλάκες και σε μερικές απομονωμένες τοποθεσίες χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό φλοιοί δέντρων. Στις περιοχές όπου οι άνεμοι είναι ιδιαίτερα ισχυροί και οι χιονοπτώσεις έντονες οι σκεπές συγκρατούνται με σκοινιά.Κυριότερες πόλεις της χώρας (σε παρένθεση ο πληθυσμός σύμφωνα με την απογραφή του 1993, λεπτομέρειες στα αντίστοιχα λήμματα) είναι η πρωτεύουσα Πιονγκγιάνγκ (P’yοngyang, 2.741.260), η Γκαεσόνγκ (Kaesong, 334.433), η Τσονγκτζίν (Ch’ongjin, 582.480), η Ουόνσαν (Wonsan, 300.148) και η Σινουιτζού (Sinuiju, 326.011).Η βιομηχανική ανάπτυξη της Β.Κ. οφείλεται τόσο στον μεγάλο ορυκτό της πλούτο και στον ιαπωνικό τεχνολογικό εξοπλισμό όσο και στον άρτιο σχεδιασμό και στην εργατικότητα του πληθυσμού. Όταν η χώρα διαιρέθηκε, οι βόρειες περιοχές διέθεταν, αντίστοιχα, το 80% και το 90% του συνόλου της βιομηχανικής παραγωγής και της ηλεκτρικής ενέργειας. Πολλές δυνατότητες παρείχε επίσης και ο δασικός πλούτος της χώρας, σε αντίθεση με την αγροτική παραγωγή, η οποία παρουσιαζόταν λιγότερο δυναμική. Με την επικράτηση του κομουνιστικού καθεστώτος εφαρμόστηκαν η αγροτική μεταρρύθμιση και στη συνέχεια η κολεκτιβοποίηση των γαιών, η εθνικοποίηση των παραγωγικών μέσων καθώς και ο προγραμματισμός της οικονομίας σύμφωνα με τα σοβιετικά πρότυπα. Η ανοικοδόμηση μετά τον εμφύλιο πόλεμο ήταν ταχύτατη χάρη στη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας· με το πρώτο σχέδιο ανάπτυξης (1954-56) η χώρα κατάφερε να φτάσει το προπολεμικό ύψος παραγωγής. Στα οικονομικά προγράμματα που ακολούθησαν δόθηκε απόλυτη προτεραιότητα στη βαριά βιομηχανία και στη συνέχεια σε ορισμένους πολύ ειδικευμένους τομείς, καθώς και στην αυτοματοποίηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Σήμερα η οικονομία της χώρας αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στο επίπεδο της παραγωγής, που οφείλονται στην παρωχημένη τεχνολογία, στη διακοπή των επαφών της με τη Ρωσία και στη διατάραξη των σχέσεών της με την Κίνα. Δεν υπάρχουν έγκυρα στοιχεία για την πραγματική εικόνα της οικονομίας καθώς οι περισσότερες πληροφορίες προέρχονται από τις υπηρεσίες της Νότιας Κορέας. Υπολογίζεται ότι το 2001 το AEΠ έφτασε τα 21.800 εκατ. δολ. με ρυθμό αύξησης -3% (συρρίκνωση της οικονομίας) και κατά κεφαλήν εισόδημα τα 1.000 δολ. Ο πληθωρισμός υπολογίζεται στο 5% αλλά δεν υπάρχουν αξιόπιστα σχετικά στοιχεία. Ο δείκτης της ανεργίας είναι σε μηδενικά επίπεδα. Με την αγροτική οικονομία απασχολείται το 36% του ενεργού πληθυσμού. Περίπου το ίδιο ποσοστό ασχολείται με τη βιομηχανία και τον ορυκτό πλούτο, ενώ το υπόλοιπο είναι απορροφημένο στις υπηρεσίες. Η ενέργεια προέρχεται κατά 67% από υδροηλεκτρικούς σταθμούς και κατά 33% από θερμοηλεκτρικούς.Λόγω της μορφολογίας της Β.Κ., οι καλλιέργειες είναι διαδεδομένες στις πεδιάδες και στις δυτικές ορεινές πλαγιές, που καταλαμβάνουν μόνο το 16,7% της συνολικής επιφάνειας της χώρας. Το βασικότερο γεωργικό προϊόν είναι το ρύζι που καλλιεργείται κυρίως στις νοτιοδυτικές περιοχές (παραγωγή: 1,8 εκατ. τόνοι το 2001). Στις ίδιες περιοχές καλλιεργούνται επίσης η σόγια και οι μουριές, ενώ στις δυτικές πεδιάδες κυριαρχεί η σιτοκαλλιέργεια. Η ρυζοκαλλιέργεια στο σύνολό της καλύπτει περισσότερο από το 50% των καλλιεργήσιμων εδαφών, ωστόσο επεκτείνεται η καλλιέργεια του καλαμποκιού και του σιταριού. Σημαντικά επίσης προϊόντα διατροφής του πληθυσμού αποτελούν η σόγια, η πατάτα (παραγωγή: 1 εκατ. τόνοι το 2001), η γλυκοπατάτα και τα όσπρια. Από το 1973 δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για μια ταχεία γεωργική ανάπτυξη, με την κατασκευή τεχνητών λιμνών και νέων σταθμών άντλησης, καθώς και με την ολοκλήρωση του αρδευτικού συστήματος γύρω από τα κυριότερα αστικά κέντρα. Τα τελευταία χρόνια, λόγω των καιρικών συνθηκών, η γεωργική παραγωγή ήταν περιορισμένη και ο πληθυσμός αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υποσιτισμού, τα οποία εξομαλύνθηκαν από την επισιτιστική βοήθεια άλλων χωρών (μεταξύ των οποίων και των ΗΠΑ). Μολονότι υπάρχουν πολλές και εκτεταμένες δασικές εκτάσεις, η εκμετάλλευσή τους είναι δυσχερής, λόγω της ακαταλληλότητας των οδικών αρτηριών. Η δασική παραγωγή ωστόσο φτάνει τα 7 εκατ. κ.μ. ετησίως.Η αλιεία διεξάγεται κυρίως στα αβαθή της Ιαπωνικής θάλασσας καθώς και στο ανοιχτό πέλαγος. Ο αλιευτικός στόλος έχει εκσυγχρονιστεί και νέα εργοστάσια κονσερβοποίησης κατασκευάστηκαν στην Tσονγκτζίν, στην Oυονσάν και στην Tζιναμπό. Τα αλιεύματα ξεπερνούν τους 300.000 τόνους (1997) και περιλαμβάνουν κυρίως αντζούγια, τόνο και σκουμπρί.Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι σχέσεις ανάμεσα στη Νότια και στη Β.Κ. επιδεινώνονταν, καθώς και τα δύο κράτη διεκδικούσαν κυριαρχικά δικαιώματα σε ολόκληρη τη χερσόνησο. Το ίδιο συνέβαινε και στις διεθνείς σχέσεις ώσπου, στις 25 Ιουνίου 1950, τα βορειοκορεατικά στρατεύματα επιτέθηκαν στη Νότια Κορέα και ξεπέρασαν τον 38ο παράλληλο, σε μία προσπάθειά τους να επιβάλουν την ενοποίηση της χερσονήσου. Έτσι ξεκίνησε ο πόλεμος της Κορέας που διήρκεσε περισσότερο από δύο χρόνια και έληξε στις 27 Ιουλίου 1953, με την υπογραφή μιας διμερούς συμφωνίας για ανακωχή (βλ. λ. Κορέα, Ιστορία). Τα επόμενα χρόνια ήταν σχετικά ήρεμα για τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας που, εξαιρουμένων των κομματικών διαφωνιών (τουφεκισμός του Πακ Xιουν-Γιονγκ το 1955), συνέχισε με ταχύ ρυθμό το έργο της εκβιομηχάνισης και της οικονομικής ανάκαμψης. Με το νέο σύνταγμα που θεσπίστηκε το 1972 δημιουργήθηκε η θέση του προέδρου, στην οποία εξελέγη ο Kιμ Iλ Σουνγκ. Ο διορισμός του γιου του, Kιμ Γιονγκ-Iλ, σε σημαντικές θέσεις του κόμματος τα επόμενα χρόνια επιβεβαίωσε τις εκτιμήσεις ότι προοριζόταν για διάδοχός του. Η Β.Κ., αφού ακολούθησε μια αυστηρή πολιτική απομόνωσης για μακρό χρονικό διάστημα, αποφάσισε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 να πραγματοποιήσει ένα μικρό οικονομικό άνοιγμα στο εξωτερικό, το οποίο συνοδεύτηκε και από ορισμένες πολιτικές αλλαγές στο σύστημά της. Για παράδειγμα, η τροποποίηση του συντάγματος το 1992 διέγραφε όλες τις αναφορές στη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία και παράλληλα τόνισε την κατευθυντήρια αρχή του τσουτσέ, που μεταφράζεται γενικώς ως αυτάρκεια και αποτελεί τη λέξη-κλειδί της θεωρίας που επέβαλε ο Kιμ Iλ Σουνγκ στη Β.Κ. Ωστόσο, την ίδια περίοδο άρχισαν να εκδηλώνονται οι πρώτες λαϊκές διαμαρτυρίες με οικονομικά αιτήματα και, παρά τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση, οργανώθηκαν διαδηλώσεις για τις ελλείψεις τροφίμων το 1992 και 1993. Ταυτόχρονα οι διεθνείς οργανώσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατήγγειλαν το καθεστώς της Β.Κ. για τη διατήρηση στρατοπέδων συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων, στα οποία υπολογιζόταν ότι βρίσκονταν 100.000-200.000 άνθρωποι. Το σημαντικότερο ζήτημα όμως για τη χώρα παρέμεινε η διευθέτηση της κρίσης με τη Νότια Κορέα και η διαδικασία επανένωσης των δύο κορεατικών κρατών, τα οποία είχαν χωριστεί από το 1953 με βάση τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός, κατά μήκος του 38ου παραλλήλου. Μετά τις πρώτες επαφές του 1972, η πρώτη σοβαρή κίνηση έγινε το 1984, όταν η Β.Κ. πρότεινε τριμερείς συνομιλίες με παράλληλη συμμετοχή και των ΗΠΑ για την επανένωση της χερσονήσου. Η πρόταση αυτή αποτελούσε σημαντική αλλαγή κατεύθυνσης, αλλά απορρίφθηκε από τη Νότια Κορέα, η οποία ευνοούσε τις διμερείς συνομιλίες. Στα τέλη του 1987 η Β.Κ. εμφανίστηκε με πιο συμβιβαστική προσέγγιση, αλλά η συντριβή ενός νοτιοκορεατικού αεροπλάνου, για την οποία θεωρήθηκε υπεύθυνη η Β.Κ., οδήγησε τις συνομιλίες σε αδιέξοδο. Το 1990 ο Kιμ Iλ Σουνγκ πρότεινε άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ Βορρά και Νότου για την έναρξη επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες και επισκέφθηκε τη Σεούλ για συνομιλίες, οι οποίες όμως δεν τελεσφόρησαν. Την επόμενη χρονιά η σημαντικότερη εξέλιξη ήταν η ένταξη και των δύο κορεατικών κρατών στον OHΕ και πριν από το τέλος του χρόνου τα δύο κράτη υπέγραψαν μία γενική συμφωνία «συμφιλίωσης, ειρήνης, ανταλλαγών και συνεργασίας», ελάχιστα μέρη της οποίας όμως εφαρμόστηκαν στο επόμενο διάστημα. Το 1992 η Β.Κ. υπέγραψε συμφωνία με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (International Atomic Energy Agency, ΙΑΕΑ) που επέτρεπε τον έλεγχο των πυρηνικών της εγκαταστάσεων. Ωστόσο, τον επόμενο χρόνο η κυβέρνηση αρνήθηκε την πρόσβαση σε επιθεωρητές της ΙΑΕΑ σε χώρους ύποπτους για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων και απείλησε ότι θα παραβίαζε τη συνθήκη για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, που είχε υπογράψει το 1985. Στο τέλος του ίδιου έτους η CIA ισχυρίστηκε ότι η Β.Κ. έχει κατασκευάσει τουλάχιστον μία πυρηνική κεφαλή. Η διαμάχη γύρω από τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Β.Κ. εμπόδισε την ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων ανάμεσα στα δύο κορεατικά κράτη σε αυτά τα χρόνια, αλλά μετά την παρέμβαση του πρώην προέδρου των HΠA, Τζίμι Kάρτερ, τον Iούνιο του 1994, ο οποίος ήρθε σε επαφή με τον Kιμ Iλ Σουνγκ, ανακοινώθηκε ο προγραμματισμός της πρώτης συνάντησης κορυφής ανάμεσα στη Βόρεια και στη Νότια Κορέα στις 25 Ιουλίου στην Πιονγκγιάνγκ. Όμως ο ξαφνικός θάνατος του Κιμ Ιλ Σουνγκ στις 8 Ιουλίου 1994 ανέβαλε επ’ αόριστον τη συνάντηση κορυφής. Σε ολόκληρη τη χώρα τηρήθηκε πένθος 100 ημερών και παρά τις προσδοκίες, ο γιος του, Kιμ Γιονγκ-Iλ, δεν ανέλαβε αμέσως τις τρεις κορυφαίες θέσεις, δηλαδή του προέδρου της χώρας, του γενικού γραμματέα του κόμματος και του προέδρου της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, μολονότι τα μέσα επικοινωνίας της χώρας τον αποκαλούσαν από την αρχή Μεγάλο Ηγέτη, τίτλο που έφερε ο πατέρας του· ωστόσο αργότερα κατέλαβε και τα τρία ανώτατα αξιώματα. Το 1994, ύστερα από πιέσεις των HΠA και κυρίως του OHE, η Β.Κ. διέκοψε το πρόγραμμα πυρηνικών δραστηριοτήτων που είχε ξεκινήσει στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στη Γιονγκμπιόν. Οι HΠA ανέλαβαν την υποχρέωση να αναπτύξουν διπλωματικές σχέσεις με τη χώρα και να συστήσουν διεθνή κονσόρτσιουμ για τη χρηματοδότηση σύγχρονων πυρηνικών αντιδραστήρων με σκοπό την ειρηνική χρήση, οι οποίοι θα αντικαθιστούσαν τους παλαιούς που προσέφεραν παράλληλα τη δυνατότητα για ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Το 1995 καταστροφικές πλημμύρες έπληξαν την αγροτική παραγωγή της Β.Κ. και απείλησαν τον πληθυσμό με μαζική σιτοδεία. Οι ΗΠΑ, η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία προσέφεραν τρόφιμα στη χώρα. Ωστόσο η κατάσταση χρησιμοποιήθηκε ως διπλωματικό όπλο εκατέρωθεν με συνέπεια να διακόπτεται κατά διαστήματα η αποστολή τροφίμων. Η έλλειψη τροφίμων επιδεινώθηκε δραματικά το 1997 και υπήρξαν αναφορές που μαρτυρούσαν ότι οι χωρικοί αναγκάζονταν να τρώνε χόρτα αλλά και περιπτώσεις κανιβαλισμού (που ωστόσο δεν έχουν επιβεβαιωθεί). Τον Μάιο του ίδιου έτους η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) προστέθηκε στους φορείς που προσέφεραν επισιτιστική βοήθεια. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ξεκίνησαν διαβουλεύσεις μεταξύ των δύο κορεατικών κρατών, των ΗΠΑ και της Ρωσίας για την εύρεση μιας μόνιμης ειρηνευτικής λύσης στη χερσόνησο. Τον Φεβρουάριο του 1998 η Β.Κ. δήλωσε διατεθειμένη να συμμετάσχει σε απευθείας συνομιλίες με τη Νότια Κορέα, σε αντίθεση με την πολιτική που ακολουθούσε έως τότε. Ωστόσο, μετά από έξι μήνες, η Β.Κ. πραγματοποίησε δοκιμή βαλλιστικού πυραύλου πάνω από τη θάλασσα της Ιαπωνίας, αναθερμαίνοντας την ένταση στην περιοχή. Τον Ιούνιο του 2000 ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Κιμ Ντάε-γιουνγκ, συναντήθηκε με τον Κιμ Γιονγκ-Ιλ στην Πιονγκγιάνκ –πρόκειται για την πρώτη συνάντηση κορυφής από το 1945– και υπέγραψαν συμφωνία για τη βελτίωση της συνεργασίας των δύο χωρών και τη διερεύνηση των δυνατοτήτων για επανένωση. Η βελτίωση των σχέσεων συνεχίστηκε το 2001 με την πρώτη αποστολή ταχυδρομείου μεταξύ των δύο κρατών, για πρώτη φορά από τον πόλεμο της Κορέας. Ωστόσο, καθώς ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους Τζούνιορ, ανέβασε τους τόνους σε σχέση με τα αμυντικά ζητήματα και το πυρηνικό πρόγραμμα της Β.Κ., η Πιονγκγιάνκ ακύρωσε τις συνομιλίες που είχαν προγραμματιστεί για τον Μάρτιο του 2001. Μία διπλωματική αποστολή της ΕΕ κατάφερε να αμβλύνει την κρίση και ο Κιμ Γιονγκ-Ιλ πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη επίσκεψή του στο εξωτερικό, ταξιδεύοντας στη Μόσχα, όπου συνάντησε τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, τον Αύγουστο του 2001. Στις επαφές αυτές η Β.Κ. συμφώνησε να σταματήσει τις δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων έως το 2003. Όμως η ένταση οξύνθηκε από τον Ιανουάριο του 2002, όταν ο πρόεδρος Μπους ενέταξε τη Β.Κ. στον Άξονα του κακού μαζί με τον Ιράκ και το Ιράν κατά την παραδοσιακή ετήσια προεδρική ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης. Οι τόνοι εντάθηκαν εκατέρωθεν και τελικά η Β.Κ. αποχώρησε από τη συνθήκη για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων στις 10 Ιανουαρίου 2003.Πρωτοϊστορία. Ο πρώτος νεολιθικός κορεατικός πολιτισμός, που αναπτύχθηκε κατά μήκος των ακτών από σιβηρικούς πληθυσμούς κατά την 3η χιλιετία π.Χ., χαρακτηρίζεται από την κτενοειδή κεραμική, τυπική των ψαράδικων λαών της Βαλτικής και της Σιβηρίας. Οι τελευταίοι υποτάχθηκαν κατά την 1η χιλιετία π.Χ. από έναν αγροτικό λαό, που προερχόταν από τη Μαντζουρία και εγκαταστάθηκε στο εσωτερικό της Κ.· αυτός ο λαός μεταφύτευσε την ερυθρομέλανη ακόσμητη κεραμική του, καθώς και μια κεραμική περισσότερο εκλεπτυσμένη, με ερυθρή λεία επιφάνεια (επηρεασμένη από τη νεολιθική κινεζική τέχνη). Επίσης κατασκεύαζε πέτρινους πελέκεις σε σχήμα ημισελήνου, παρόμοιους με τον κινεζικό τύπο Γιανγκ-σάο και Λουνγκ Σαν. Μία νέα φυλετική ενότητα, προερχόμενη από τη βόρεια Κίνα, εισήγαγε εκείνη την εποχή τη χρήση του χαλκού, ενώ μία άλλη ομάδα από τη νοτιοδυτική Μαντζουρία (μεταξύ 4ου και 3ου αι. π.Χ.) εισήγαγε τον σίδηρο και εγκαθίδρυσε το πρώτο μικρό βασίλειο (193 π.Χ.), με πρωτεύουσα τη σημερινή Πιονγκγιάνγκ. Οι Χαν, αφού κατέκτησαν μία περιοχή του Βορρά, ίδρυσαν την επαρχία του Λο-Λανγκ που αποτέλεσε την πρώτη εστία κινεζικού πολιτισμού στην Κ. Δείγματα αυτής της τέχνης –λακαρισμένες κούπες για κρασί, χρυσά λεπτοδουλεμένα κοσμήματα καθώς και ένα φημισμένο λακαρισμένο δοχείο με ζωγραφικές αναπαραστάσεις από μικρές φιγούρες, που μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα ωραιότερα πρωτοκινεζικά αντικείμενα αυτού του είδους– βρέθηκαν στους τάφους Λο-Λανγκ, στα περίχωρα της Πιονγκγιάνγκ. Η Λο-Λανγκ και η νέα επαρχία Tάι-φανγκ, που είχε δημιουργηθεί νοτιότερα κατά τον 3ο αι. και απέβλεπε στην αντιμετώπιση της κορεατικής πίεσης, αντιστάθηκαν έως το 313 μ.Χ., όταν η Βόρεια Κ. κατακτήθηκε από το βασίλειο Kογκουργιό, οπότε οι κινεζικές αποικίες εκμηδενίστηκαν και εγκαινιάστηκε με την περίοδο των Τριών Βασιλείων η πρώτη φάση της κατεξοχήν κορεατικής τέχνης, που συνδεόταν άρρηκτα με τον βουδισμό, ο οποίος είχε εισαχθεί στη χώρα από την Κίνα το 372. Η τέχνη των Τριών Βασιλείων. Η ακμή του βόρειου βασιλείου Kογκουργιό συνδέεται με τη δημιουργία των νέων πρωτευουσών Tσιαν-Xσιέν (σημερινή Tσι-άν) και Πιονγκγιάνγκ (από το 472 έως την πτώση του βασιλείου το 668), όπου οι Kογκουργιό εγκαταστάθηκαν οριστικά έναν αιώνα μετά την κατάκτηση της Λο-Λανγκ. Οι μεγάλοι πέτρινοι τάφοι σε σχήμα κλιμακωτής πυραμίδας του T’ουνγκ-κου (τάφος του στρατηγού, 5ος αι.) αποτελούν τα αρχαιότερα μνημεία αυτού του πολιτισμού. Οι τυμβοειδείς τάφοι, αντίθετα, που περιλαμβάνουν στο εσωτερικό τους ένα επενδεδυμένο με πέτρα και φιλοτεχνημένο με παραστάσεις δωμάτιο, ανάγονται χρονικά στην ιστορική περίοδο της άνθησης της Πιονγκγιάνγκ, κατά τη διάρκεια της οποίας είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος ο συγκεκριμένος ταφικός τύπος (τάφος με τις δύο κολόνες, τάφος του Oυχιόνι)· παρόμοια μνημεία υπάρχουν και στο T’ουνγκ-κου (τάφος των χορευτών κ.ά.). Οι τοιχογραφίες με σκηνές κυνηγιού, σκηνές από την καθημερινή ζωή, καθώς και τα κινεζικά σύμβολα των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα, αποτελούν την πιο χαρακτηριστική άποψη της τέχνης κογκουργιό· επίσης υπάρχει πληθώρα οδοντωτών προεξοχών στους τοίχους διακοσμημένων σύμφωνα με την τεχνοτροπία Χαν και με την αντίστοιχη των Έξι Δυναστειών (κύλινδρος του Kου K’άι-τσι). Αν η καλλιτεχνική δημιουργικότητα του Kογκουργιό εκπροσωπείται κυρίως από τα ζωγραφικά κατάλοιπα που διασώθηκαν, η δημιουργικότητα, αντίθετα, του βασιλείου Παεκτσέ (τυπικά ιδρύθηκε το 18 π.Χ., όμως διαμορφώθηκε ουσιαστικά περίπου το 300) εκπροσωπείται κυρίως από ναούς, εκ των οποίων διατηρήθηκαν μερικές παγόδες, αλλά και από τη γλυπτική. Όμως, η πιο υψηλή έκφραση της τέχνης του Παεκτσέ είναι οι γλυπτικές βουδιστικές αναπαραστάσεις, οι οποίες διακρίνονται από τα στρογγυλά και χαμογελαστά πρόσωπα· αυτά διαφέρουν από τα λεπτά πρόσωπα της τεχνοτροπίας ουέι, τα οποία συνδέονται με τους νέους τύπους της κινεζικής γλυπτικής του 6ου αι. Ανάμεσα σε αυτές τις γλυπτικές αναπαραστάσεις συγκαταλέγονται το ανάγλυφο σε βράχο που παριστάνει τη βουδιστική τριάδα και βρίσκεται στη Σεοσάν, ένας μικρός Bοδισάτβα από επιχρυσωμένο μπρούντζο που βρέθηκε στο Mπουγέο και ο καθιστός Σακιαμούνι από στεατίτη (τα δύο τελευταία βρίσκονται στο Εθνικό Μουσείο της Σεούλ). Όμως τα πιο φημισμένα γλυπτά του βασιλείου Παεκτσέ βρίσκονται έξω από την Κ., στην Ιαπωνία, όπου η μυστηριακή γοητεία και το χαμόγελο Παεκτσέ χαρακτηρίζουν τα ξύλινα αγάλματα του Kουντάρα Kάνον στον ναό του Xοργιού στη Nάρα και του Γκούτζε Kάνον στη Γιουμεντόνο. Στο νοτιοανατολικό βασίλειο Σίλα, τελευταίο από τα Τρία Βασίλεια (η επίσημη ίδρυσή του χρονολογείται το 57 π.Χ. αλλά ουσιαστικά συγκροτήθηκε περίπου το 300), που επρόκειτο να ενώσει την Κ. το 668, υπάρχει μεγάλος αριθμός τυμβοειδών τάφων ενός ειδικού τύπου. Ο τύμβος κατασκευαζόταν από ποταμίσια χαλίκια καλυμμένα από χώμα και περιλάμβανε ένα ξύλινο δωμάτιο με τη μορφή σαρκοφάγου, το οποίο περιείχε μία μικρότερη σαρκοφάγο, επίσης ξύλινη. Η ύπαρξη πέτρινων οικοδομημάτων επαληθεύεται με το επονομαζόμενο Παρατηρητήριο των Άστρων (Tσ’ομσόνγκ-ντάε), κοντά στην Γκιονγκτζού, που ανάγεται χρονικά στον 7ο αι. και έχει σχήμα κυλίνδρου, η διάμετρος του οποίου μειώνεται προοδευτικά προς την κορυφή (οι 365 πέτρες που το αποτελούν –όσες οι ημέρες του χρόνου– μαρτυρούν θρησκευτική ευλάβεια, αλλά και σχετική γνώση της αστρονομίας). Επίσης επαληθεύεται και από την παγόδα του Πουνχουανγκσά της Γκιονγκτζού, η οποία αρχικά αριθμούσε εννέα ορόφους (σήμερα παραμένουν τρεις), και η τεχνοτροπία της κατεργασίας της πέτρας μαρτυρεί μίμηση των πλίθινων κινεζικών παγόδων, ενώ τα γλυπτά της την επίδραση της κινεζικής τεχνοτροπίας των Έξι Δυναστειών. Στη γλυπτική σίλα διακρίνεται ένα αυστηρά εθνικό στιλ, που χαρακτηρίζεται από μυστικισμό και από διάχυτο φορμαλιστικό νατουραλισμό. Η τελευταία διαδόθηκε αργότερα σε σχέση με τα άλλα δύο βασίλεια (ο βουδισμός διείσδυσε τον 5ο αι. και έγινε επίσημη θρησκεία το 528). Το αρχαίο Σίλα απέδωσε στις γλυπτικές αναπαραστάσεις του Βούδα και του Mαϊτρέγια –σε στάση βαθιάς περισυλλογής, η οποία επικρατούσε στην Κ. ανάμεσα στα τέλη του 6ου και τις αρχές του 7ου αι.– αυστηρή σχηματοποίηση των κάθετων πτυχών και ολοκληρωτική αφαίρεση του κορμού. Τα πιο σημαντικά παραδείγματα αυτής της τέχνης αποτελούν ο ακέφαλος Mαϊτρέγια από γρανίτη (Εθνικό Μουσείο, Σεούλ), ο λεπτόμορφος μπρούντζινος Mαϊτρέγια (ανάκτορο Tόκσου, Σεούλ), καθώς και ο Mαϊτρέγια από επιχρυσωμένο μπρούντζο (ανάκτορο Tόκσου, Σεούλ), που έχει τρυπημένα αφτιά, σύμφωνα με το ρεύμα της εποχής Σίλα που επέβαλε τα βαριά χρυσά σκουλαρίκια. Χαρακτηριστικά έργα της τέχνης των Τριών Βασιλείων είναι και οι φημισμένες χρυσές κορόνες (η πιο γνωστή είναι εκείνη που ανακαλύφθηκε το 1921 σε τάφο στην Γκιονγκτζού), διακοσμημένες με χρυσές ταινίες και ενώτια με πολύτιμους λίθους. Η ακμή του βασιλείου Σίλα. Η ταυτόχρονη πίεση από τους Κινέζους T’ανγκ και από τους Σίλα του Νότου οδήγησε στην καταστροφή των παλαιών βασιλείων και στην ενοποίηση της Κ. υπό τη δυναστεία Σίλα (Μεγάλο Σίλα, 668-918). Ο καλλιτεχνικός εθνικισμός του αρχαίου Σίλα, που ήταν απομονωμένο στο νοτιοανατολικό τμήμα της χερσονήσου, παραχώρησε τη θέση του σε μια βαθιά ευλάβεια για τον κινεζικό πολιτισμό T’ανγκ, από τον οποίο επηρεάστηκαν ιδιαίτερα η πολιτική, η γραπτή γλώσσα, η κουλτούρα και η τέχνη. Από τις εκατοντάδες των ναών σώζονται, εκτός από τις πέτρινες παγόδες, ο ναός του Πουλγκούκ-σα στα Δ της Γκιονγκτζού και ο ναός του Σουκουλάμ, οι οποίοι χρονολογούνται στο β’ μισό του 8ου αι. Η γλυπτική του Μεγάλου Σίλα είναι ρωμαλέα, αρμονική, απέριττη και συγγενής με το αντίστοιχο κινεζικό στιλ T’ανγκ. Ιδιαίτερη σημασία έχει δοθεί και στα γλυπτά από γρανίτη· ανάμεσα στα πιο μεγαλοπρεπή δείγματα του είδους συγκαταλέγεται ο κολοσσιαίος Βούδας της ροτόντας του ιερού του Σουκουλάμ, που είναι καθισμένος σε στάση διαλογισμού με τη γη, καθώς και οι ανάγλυφες βουδιστικές φιγούρες τρομερών φρουρών που διακοσμούν τον προθάλαμο, την είσοδο και τη ροτόντα. Όμως και η γλυπτική σε μπρούντζο εκπροσωπείται από δύο τεράστιους επιχρυσωμένους Βούδες οι οποίοι βρίσκονται στον ναό του Πουλγκούκ-σα και διαπνέονται από έναν κλασικό ρεαλισμό που παρατηρείται επίσης και στα μπρούντζινα ειδώλια τρομερών φρουρών που βρέθηκαν στην παγόδα του ναού Kαμούν-σα (7ος αι.) και αποτελούν τμήμα ενός μπρούντζινου κιβωτιδίου που περιέχει ένα βουδιστικό φυλαχτό. Η τέχνη του βασιλείου Kοργιό. Το βασίλειο Kοργιό (918-1392), που προήλθε από την παρακμή του Μεγάλου Σίλα και αναστατώθηκε επανειλημμένα από τις εξεγέρσεις των ευγενών, είχε πρωτεύουσα το Σονγκντό (σημερινή Γκαεσόνγκ), που βρίσκεται στην κεντροδυτική Κ. και διακρίνεται από μια σημαντική αρχιτεκτονική και κεραμική δραστηριότητα, αλλά και από παρακμή της γλυπτικής. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου διείσδυσε στην αρχιτεκτονική ξύλινων κατασκευών το τυπικό κινεζικό στιλ τεντζικουγιό, που επικεντρώνει στη σχέση ανάμεσα στις κολόνες και στις πολλαπλές δομικές προεξοχές που συγκρατούν τις δοκούς των γεισωμάτων. Αυτό το στιλ, που στην Κ. ονομάζεται τσουσιμπ’ό, χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο μέρος των οικοδομημάτων, στα οποία συγκαταλέγεται πληθώρα πέτρινων, πολυώροφων παγόδων· ο πιο φημισμένος ναός είναι το μοναστήρι του Πουσόκ-σα. Αναφορικά με τη γλυπτική, κατά την πρώτη περίοδο του στιλ Kοργιό παρατηρείται σκλήρυνση στην έκφραση και υπερβολική επιμήκυνση των ματιών. Στη συνέχεια κυριαρχεί η μίμηση της τεχνοτροπίας γιουάν και μινγκ (πρώτης περιόδου), όπως παρατηρούνται στα πολυάριθμα ξύλινα ή λακαρισμένα αγάλματα του Kάνον. Όμως ανάμεσα στα αγάλματα ξεχωρίζει ένα από τα πιο ευγενή, ο ξύλινος Aμιτάμπα της αίθουσας της αιώνιας ζωής του Πουσόκ-σα. Στην άλλη αίθουσα του ίδιου ναού υπάρχει το αρχαιότερο δείγμα τοιχογραφιών σε ναό, με τον Βοδισάτβα και τους ουράνιους βασιλείς. Η άνθηση των πορσελάνων γιε του κινεζικού Tσεκιάνγκ (τέλη 11ου – αρχές 12ου αι.) εμπνέει την τέχνη των τσελαντόν με υπέροχα εφυαλωμένα δείγματα, τα οποία είναι εγχάρακτα κάτω από το βερνίκι ή ακόμα ψηφιδοθετημένα με μια ιδιαίτερη τεχνική. Η τέχνη του βασιλείου Γι. Όταν με την ανάδειξη της δυναστείας Γι (1392-1910) ορίστηκε πρωτεύουσα η Σεούλ, άρχισε να μειώνεται βαθμιαία η αρχική σημασία της κορεατικής τέχνης. Σε αυτό συνετέλεσαν η εξασθένηση των άμεσων επαφών με τον κινεζικό πολιτισμό, η αυξανόμενη επιρροή της ιαπωνικής και της μογγολικής τέχνης και κυρίως η υιοθέτηση του κομφουκιανισμού ως επίσημης φιλοσοφίας και οι μαζικοί διωγμοί των οπαδών του βουδισμού. Στον χώρο της ζωγραφικής, από την οποία δεν λείπουν οι τοιχογραφίες, την πιο σημαντική έκφραση αποτελούν οι προσωπογραφίες, που φιλοτεχνούνταν κατόπιν παραγγελίας των ανώτερων κρατικών λειτουργών. Ιδιαίτερη άνθηση γνώρισε και η κινεζική θεματική, δηλαδή τα τοπία, τα ψάρια, τα ζώα, καθώς και τα τέσσερα κυρίαρχα στοιχεία της κινεζικής ζωγραφικής (το μπαμπού, το χρυσάνθεμο, η ορχιδέα και το άνθος του βάτου)· αξιοσημείωτο είναι ότι στην Κ., όπως και στην Κίνα, η ζωγραφική, η καλλιγραφία και η ποίηση ήταν τέχνες αδιαίρετες. Ανάμεσα στους τοπιογράφους και στους ζωγράφους λουλουδιών, ξεχώρισαν τον 15ο αι. ο Kανγκ Xουί-αν και ο Aν-κιόν, ενώ τον 16ο διακρίθηκε η φημισμένη ζωγράφος και ποιήτρια Σιν Σαϊμντάνγκ, καθώς και οι δύο Γι Tσονγκ. Ο πιο πρωτοποριακός καλλιτεχνικά και επιδέξιος προσωπογράφος του 17ου αι. ήταν ο Kιμ Mιόνγκ-γκουκ, ο οποίος ήταν ικανός να εκτελέσει ένα έργο με ελάχιστες πινελιές και, ενίοτε, χρησιμοποιώντας μόνο μελάνι· ο ίδιος ζωγράφιζε επίσης σκηνές και τοπία. Τον 18ο αι. ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν τα τοπία του Tσονγκ Σον, και κυρίως το φημισμένο έργο του ίδιου Βουνά του διαμαντιού. Κατά τα τέλη του 18ου αι. αναδείχθηκε ο Kιμ Xονγκ-ντο, ο οποίος όμως άντλησε, αναφορικά με τα τοπία, μεγάλο μέρος της θεματολογίας του από τα πρότυπα της τεχνοτροπίας μινγκ.Πρωτοϊστορία. Ο πρώτος νεολιθικός κορεατικός πολιτισμός, που αναπτύχθηκε κατά μήκος των ακτών από σιβηρικούς πληθυσμούς κατά την 3η χιλιετία π.Χ., χαρακτηρίζεται από την κτενοειδή κεραμική, τυπική των ψαράδικων λαών της Βαλτικής και της Σιβηρίας. Οι τελευταίοι υποτάχθηκαν κατά την 1η χιλιετία π.Χ. από έναν αγροτικό λαό, που προερχόταν από τη Μαντζουρία και εγκαταστάθηκε στο εσωτερικό της Κ.· αυτός ο λαός μεταφύτευσε την ερυθρομέλανη ακόσμητη κεραμική του, καθώς και μια κεραμική περισσότερο εκλεπτυσμένη, με ερυθρή λεία επιφάνεια (επηρεασμένη από τη νεολιθική κινεζική τέχνη). Επίσης κατασκεύαζε πέτρινους πελέκεις σε σχήμα ημισελήνου, παρόμοιους με τον κινεζικό τύπο Γιανγκ-σάο και Λουνγκ Σαν. Μία νέα φυλετική ενότητα, προερχόμενη από τη βόρεια Κίνα, εισήγαγε εκείνη την εποχή τη χρήση του χαλκού, ενώ μία άλλη ομάδα από τη νοτιοδυτική Μαντζουρία (μεταξύ 4ου και 3ου αι. π.Χ.) εισήγαγε τον σίδηρο και εγκαθίδρυσε το πρώτο μικρό βασίλειο (193 π.Χ.), με πρωτεύουσα τη σημερινή Πιονγκγιάνγκ. Οι Χαν, αφού κατέκτησαν μία περιοχή του Βορρά, ίδρυσαν την επαρχία του Λο-Λανγκ που αποτέλεσε την πρώτη εστία κινεζικού πολιτισμού στην Κ. Δείγματα αυτής της τέχνης –λακαρισμένες κούπες για κρασί, χρυσά λεπτοδουλεμένα κοσμήματα καθώς και ένα φημισμένο λακαρισμένο δοχείο με ζωγραφικές αναπαραστάσεις από μικρές φιγούρες, που μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα ωραιότερα πρωτοκινεζικά αντικείμενα αυτού του είδους– βρέθηκαν στους τάφους Λο-Λανγκ, στα περίχωρα της Πιονγκγιάνγκ. Η Λο-Λανγκ και η νέα επαρχία Tάι-φανγκ, που είχε δημιουργηθεί νοτιότερα κατά τον 3ο αι. και απέβλεπε στην αντιμετώπιση της κορεατικής πίεσης, αντιστάθηκαν έως το 313 μ.Χ., όταν η Βόρεια Κ. κατακτήθηκε από το βασίλειο Kογκουργιό, οπότε οι κινεζικές αποικίες εκμηδενίστηκαν και εγκαινιάστηκε με την περίοδο των Τριών Βασιλείων η πρώτη φάση της κατεξοχήν κορεατικής τέχνης, που συνδεόταν άρρηκτα με τον βουδισμό, ο οποίος είχε εισαχθεί στη χώρα από την Κίνα το 372. Η τέχνη των Τριών Βασιλείων. Η ακμή του βόρειου βασιλείου Kογκουργιό συνδέεται με τη δημιουργία των νέων πρωτευουσών Tσιαν-Xσιέν (σημερινή Tσι-άν) και Πιονγκγιάνγκ (από το 472 έως την πτώση του βασιλείου το 668), όπου οι Kογκουργιό εγκαταστάθηκαν οριστικά έναν αιώνα μετά την κατάκτηση της Λο-Λανγκ. Οι μεγάλοι πέτρινοι τάφοι σε σχήμα κλιμακωτής πυραμίδας του T’ουνγκ-κου (τάφος του στρατηγού, 5ος αι.) αποτελούν τα αρχαιότερα μνημεία αυτού του πολιτισμού. Οι τυμβοειδείς τάφοι, αντίθετα, που περιλαμβάνουν στο εσωτερικό τους ένα επενδεδυμένο με πέτρα και φιλοτεχνημένο με παραστάσεις δωμάτιο, ανάγονται χρονικά στην ιστορική περίοδο της άνθησης της Πιονγκγιάνγκ, κατά τη διάρκεια της οποίας είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος ο συγκεκριμένος ταφικός τύπος (τάφος με τις δύο κολόνες, τάφος του Oυχιόνι)· παρόμοια μνημεία υπάρχουν και στο T’ουνγκ-κου (τάφος των χορευτών κ.ά.). Οι τοιχογραφίες με σκηνές κυνηγιού, σκηνές από την καθημερινή ζωή, καθώς και τα κινεζικά σύμβολα των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα, αποτελούν την πιο χαρακτηριστική άποψη της τέχνης κογκουργιό· επίσης υπάρχει πληθώρα οδοντωτών προεξοχών στους τοίχους διακοσμημένων σύμφωνα με την τεχνοτροπία Χαν και με την αντίστοιχη των Έξι Δυναστειών (κύλινδρος του Kου K’άι-τσι). Αν η καλλιτεχνική δημιουργικότητα του Kογκουργιό εκπροσωπείται κυρίως από τα ζωγραφικά κατάλοιπα που διασώθηκαν, η δημιουργικότητα, αντίθετα, του βασιλείου Παεκτσέ (τυπικά ιδρύθηκε το 18 π.Χ., όμως διαμορφώθηκε ουσιαστικά περίπου το 300) εκπροσωπείται κυρίως από ναούς, εκ των οποίων διατηρήθηκαν μερικές παγόδες, αλλά και από τη γλυπτική. Όμως, η πιο υψηλή έκφραση της τέχνης του Παεκτσέ είναι οι γλυπτικές βουδιστικές αναπαραστάσεις, οι οποίες διακρίνονται από τα στρογγυλά και χαμογελαστά πρόσωπα· αυτά διαφέρουν από τα λεπτά πρόσωπα της τεχνοτροπίας ουέι, τα οποία συνδέονται με τους νέους τύπους της κινεζικής γλυπτικής του 6ου αι. Ανάμεσα σε αυτές τις γλυπτικές αναπαραστάσεις συγκαταλέγονται το ανάγλυφο σε βράχο που παριστάνει τη βουδιστική τριάδα και βρίσκεται στη Σεοσάν, ένας μικρός Bοδισάτβα από επιχρυσωμένο μπρούντζο που βρέθηκε στο Mπουγέο και ο καθιστός Σακιαμούνι από στεατίτη (τα δύο τελευταία βρίσκονται στο Εθνικό Μουσείο της Σεούλ). Όμως τα πιο φημισμένα γλυπτά του βασιλείου Παεκτσέ βρίσκονται έξω από την Κ., στην Ιαπωνία, όπου η μυστηριακή γοητεία και το χαμόγελο Παεκτσέ χαρακτηρίζουν τα ξύλινα αγάλματα του Kουντάρα Kάνον στον ναό του Xοργιού στη Nάρα και του Γκούτζε Kάνον στη Γιουμεντόνο. Στο νοτιοανατολικό βασίλειο Σίλα, τελευταίο από τα Τρία Βασίλεια (η επίσημη ίδρυσή του χρονολογείται το 57 π.Χ. αλλά ουσιαστικά συγκροτήθηκε περίπου το 300), που επρόκειτο να ενώσει την Κ. το 668, υπάρχει μεγάλος αριθμός τυμβοειδών τάφων ενός ειδικού τύπου. Ο τύμβος κατασκευαζόταν από ποταμίσια χαλίκια καλυμμένα από χώμα και περιλάμβανε ένα ξύλινο δωμάτιο με τη μορφή σαρκοφάγου, το οποίο περιείχε μία μικρότερη σαρκοφάγο, επίσης ξύλινη. Η ύπαρξη πέτρινων οικοδομημάτων επαληθεύεται με το επονομαζόμενο Παρατηρητήριο των Άστρων (Tσ’ομσόνγκ-ντάε), κοντά στην Γκιονγκτζού, που ανάγεται χρονικά στον 7ο αι. και έχει σχήμα κυλίνδρου, η διάμετρος του οποίου μειώνεται προοδευτικά προς την κορυφή (οι 365 πέτρες που το αποτελούν –όσες οι ημέρες του χρόνου– μαρτυρούν θρησκευτική ευλάβεια, αλλά και σχετική γνώση της αστρονομίας). Επίσης επαληθεύεται και από την παγόδα του Πουνχουανγκσά της Γκιονγκτζού, η οποία αρχικά αριθμούσε εννέα ορόφους (σήμερα παραμένουν τρεις), και η τεχνοτροπία της κατεργασίας της πέτρας μαρτυρεί μίμηση των πλίθινων κινεζικών παγόδων, ενώ τα γλυπτά της την επίδραση της κινεζικής τεχνοτροπίας των Έξι Δυναστειών. Στη γλυπτική σίλα διακρίνεται ένα αυστηρά εθνικό στιλ, που χαρακτηρίζεται από μυστικισμό και από διάχυτο φορμαλιστικό νατουραλισμό. Η τελευταία διαδόθηκε αργότερα σε σχέση με τα άλλα δύο βασίλεια (ο βουδισμός διείσδυσε τον 5ο αι. και έγινε επίσημη θρησκεία το 528). Το αρχαίο Σίλα απέδωσε στις γλυπτικές αναπαραστάσεις του Βούδα και του Mαϊτρέγια –σε στάση βαθιάς περισυλλογής, η οποία επικρατούσε στην Κ. ανάμεσα στα τέλη του 6ου και τις αρχές του 7ου αι.– αυστηρή σχηματοποίηση των κάθετων πτυχών και ολοκληρωτική αφαίρεση του κορμού. Τα πιο σημαντικά παραδείγματα αυτής της τέχνης αποτελούν ο ακέφαλος Mαϊτρέγια από γρανίτη (Εθνικό Μουσείο, Σεούλ), ο λεπτόμορφος μπρούντζινος Mαϊτρέγια (ανάκτορο Tόκσου, Σεούλ), καθώς και ο Mαϊτρέγια από επιχρυσωμένο μπρούντζο (ανάκτορο Tόκσου, Σεούλ), που έχει τρυπημένα αφτιά, σύμφωνα με το ρεύμα της εποχής Σίλα που επέβαλε τα βαριά χρυσά σκουλαρίκια. Χαρακτηριστικά έργα της τέχνης των Τριών Βασιλείων είναι και οι φημισμένες χρυσές κορόνες (η πιο γνωστή είναι εκείνη που ανακαλύφθηκε το 1921 σε τάφο στην Γκιονγκτζού), διακοσμημένες με χρυσές ταινίες και ενώτια με πολύτιμους λίθους. Η ακμή του βασιλείου Σίλα. Η ταυτόχρονη πίεση από τους Κινέζους T’ανγκ και από τους Σίλα του Νότου οδήγησε στην καταστροφή των παλαιών βασιλείων και στην ενοποίηση της Κ. υπό τη δυναστεία Σίλα (Μεγάλο Σίλα, 668-918). Ο καλλιτεχνικός εθνικισμός του αρχαίου Σίλα, που ήταν απομονωμένο στο νοτιοανατολικό τμήμα της χερσονήσου, παραχώρησε τη θέση του σε μια βαθιά ευλάβεια για τον κινεζικό πολιτισμό T’ανγκ, από τον οποίο επηρεάστηκαν ιδιαίτερα η πολιτική, η γραπτή γλώσσα, η κουλτούρα και η τέχνη. Από τις εκατοντάδες των ναών σώζονται, εκτός από τις πέτρινες παγόδες, ο ναός του Πουλγκούκ-σα στα Δ της Γκιονγκτζού και ο ναός του Σουκουλάμ, οι οποίοι χρονολογούνται στο β’ μισό του 8ου αι. Η γλυπτική του Μεγάλου Σίλα είναι ρωμαλέα, αρμονική, απέριττη και συγγενής με το αντίστοιχο κινεζικό στιλ T’ανγκ. Ιδιαίτερη σημασία έχει δοθεί και στα γλυπτά από γρανίτη· ανάμεσα στα πιο μεγαλοπρεπή δείγματα του είδους συγκαταλέγεται ο κολοσσιαίος Βούδας της ροτόντας του ιερού του Σουκουλάμ, που είναι καθισμένος σε στάση διαλογισμού με τη γη, καθώς και οι ανάγλυφες βουδιστικές φιγούρες τρομερών φρουρών που διακοσμούν τον προθάλαμο, την είσοδο και τη ροτόντα. Όμως και η γλυπτική σε μπρούντζο εκπροσωπείται από δύο τεράστιους επιχρυσωμένους Βούδες οι οποίοι βρίσκονται στον ναό του Πουλγκούκ-σα και διαπνέονται από έναν κλασικό ρεαλισμό που παρατηρείται επίσης και στα μπρούντζινα ειδώλια τρομερών φρουρών που βρέθηκαν στην παγόδα του ναού Kαμούν-σα (7ος αι.) και αποτελούν τμήμα ενός μπρούντζινου κιβωτιδίου που περιέχει ένα βουδιστικό φυλαχτό. Η τέχνη του βασιλείου Kοργιό. Το βασίλειο Kοργιό (918-1392), που προήλθε από την παρακμή του Μεγάλου Σίλα και αναστατώθηκε επανειλημμένα από τις εξεγέρσεις των ευγενών, είχε πρωτεύουσα το Σονγκντό (σημερινή Γκαεσόνγκ), που βρίσκεται στην κεντροδυτική Κ. και διακρίνεται από μια σημαντική αρχιτεκτονική και κεραμική δραστηριότητα, αλλά και από παρακμή της γλυπτικής. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου διείσδυσε στην αρχιτεκτονική ξύλινων κατασκευών το τυπικό κινεζικό στιλ τεντζικουγιό, που επικεντρώνει στη σχέση ανάμεσα στις κολόνες και στις πολλαπλές δομικές προεξοχές που συγκρατούν τις δοκούς των γεισωμάτων. Αυτό το στιλ, που στην Κ. ονομάζεται τσουσιμπ’ό, χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο μέρος των οικοδομημάτων, στα οποία συγκαταλέγεται πληθώρα πέτρινων, πολυώροφων παγόδων· ο πιο φημισμένος ναός είναι το μοναστήρι του Πουσόκ-σα. Αναφορικά με τη γλυπτική, κατά την πρώτη περίοδο του στιλ Kοργιό παρατηρείται σκλήρυνση στην έκφραση και υπερβολική επιμήκυνση των ματιών. Στη συνέχεια κυριαρχεί η μίμηση της τεχνοτροπίας γιουάν και μινγκ (πρώτης περιόδου), όπως παρατηρούνται στα πολυάριθμα ξύλινα ή λακαρισμένα αγάλματα του Kάνον. Όμως ανάμεσα στα αγάλματα ξεχωρίζει ένα από τα πιο ευγενή, ο ξύλινος Aμιτάμπα της αίθουσας της αιώνιας ζωής του Πουσόκ-σα. Στην άλλη αίθουσα του ίδιου ναού υπάρχει το αρχαιότερο δείγμα τοιχογραφιών σε ναό, με τον Βοδισάτβα και τους ουράνιους βασιλείς. Η άνθηση των πορσελάνων γιε του κινεζικού Tσεκιάνγκ (τέλη 11ου – αρχές 12ου αι.) εμπνέει την τέχνη των τσελαντόν με υπέροχα εφυαλωμένα δείγματα, τα οποία είναι εγχάρακτα κάτω από το βερνίκι ή ακόμα ψηφιδοθετημένα με μια ιδιαίτερη τεχνική. Η τέχνη του βασιλείου Γι. Όταν με την ανάδειξη της δυναστείας Γι (1392-1910) ορίστηκε πρωτεύουσα η Σεούλ, άρχισε να μειώνεται βαθμιαία η αρχική σημασία της κορεατικής τέχνης. Σε αυτό συνετέλεσαν η εξασθένηση των άμεσων επαφών με τον κινεζικό πολιτισμό, η αυξανόμενη επιρροή της ιαπωνικής και της μογγολικής τέχνης και κυρίως η υιοθέτηση του κομφουκιανισμού ως επίσημης φιλοσοφίας και οι μαζικοί διωγμοί των οπαδών του βουδισμού. Στον χώρο της ζωγραφικής, από την οποία δεν λείπουν οι τοιχογραφίες, την πιο σημαντική έκφραση αποτελούν οι προσωπογραφίες, που φιλοτεχνούνταν κατόπιν παραγγελίας των ανώτερων κρατικών λειτουργών. Ιδιαίτερη άνθηση γνώρισε και η κινεζική θεματική, δηλαδή τα τοπία, τα ψάρια, τα ζώα, καθώς και τα τέσσερα κυρίαρχα στοιχεία της κινεζικής ζωγραφικής (το μπαμπού, το χρυσάνθεμο, η ορχιδέα και το άνθος του βάτου)· αξιοσημείωτο είναι ότι στην Κ., όπως και στην Κίνα, η ζωγραφική, η καλλιγραφία και η ποίηση ήταν τέχνες αδιαίρετες. Ανάμεσα στους τοπιογράφους και στους ζωγράφους λουλουδιών, ξεχώρισαν τον 15ο αι. ο Kανγκ Xουί-αν και ο Aν-κιόν, ενώ τον 16ο διακρίθηκε η φημισμένη ζωγράφος και ποιήτρια Σιν Σαϊμντάνγκ, καθώς και οι δύο Γι Tσονγκ. Ο πιο πρωτοποριακός καλλιτεχνικά και επιδέξιος προσωπογράφος του 17ου αι. ήταν ο Kιμ Mιόνγκ-γκουκ, ο οποίος ήταν ικανός να εκτελέσει ένα έργο με ελάχιστες πινελιές και, ενίοτε, χρησιμοποιώντας μόνο μελάνι· ο ίδιος ζωγράφιζε επίσης σκηνές και τοπία. Τον 18ο αι. ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν τα τοπία του Tσονγκ Σον, και κυρίως το φημισμένο έργο του ίδιου Βουνά του διαμαντιού. Κατά τα τέλη του 18ου αι. αναδείχθηκε ο Kιμ Xονγκ-ντο, ο οποίος όμως άντλησε, αναφορικά με τα τοπία, μεγάλο μέρος της θεματολογίας του από τα πρότυπα της τεχνοτροπίας μινγκ.Πρωτοϊστορία. Ο πρώτος νεολιθικός κορεατικός πολιτισμός, που αναπτύχθηκε κατά μήκος των ακτών από σιβηρικούς πληθυσμούς κατά την 3η χιλιετία π.Χ., χαρακτηρίζεται από την κτενοειδή κεραμική, τυπική των ψαράδικων λαών της Βαλτικής και της Σιβηρίας. Οι τελευταίοι υποτάχθηκαν κατά την 1η χιλιετία π.Χ. από έναν αγροτικό λαό, που προερχόταν από τη Μαντζουρία και εγκαταστάθηκε στο εσωτερικό της Κ.· αυτός ο λαός μεταφύτευσε την ερυθρομέλανη ακόσμητη κεραμική του, καθώς και μια κεραμική περισσότερο εκλεπτυσμένη, με ερυθρή λεία επιφάνεια (επηρεασμένη από τη νεολιθική κινεζική τέχνη). Επίσης κατασκεύαζε πέτρινους πελέκεις σε σχήμα ημισελήνου, παρόμοιους με τον κινεζικό τύπο Γιανγκ-σάο και Λουνγκ Σαν. Μία νέα φυλετική ενότητα, προερχόμενη από τη βόρεια Κίνα, εισήγαγε εκείνη την εποχή τη χρήση του χαλκού, ενώ μία άλλη ομάδα από τη νοτιοδυτική Μαντζουρία (μεταξύ 4ου και 3ου αι. π.Χ.) εισήγαγε τον σίδηρο και εγκαθίδρυσε το πρώτο μικρό βασίλειο (193 π.Χ.), με πρωτεύουσα τη σημερινή Πιονγκγιάνγκ. Οι Χαν, αφού κατέκτησαν μία περιοχή του Βορρά, ίδρυσαν την επαρχία του Λο-Λανγκ που αποτέλεσε την πρώτη εστία κινεζικού πολιτισμού στην Κ. Δείγματα αυτής της τέχνης –λακαρισμένες κούπες για κρασί, χρυσά λεπτοδουλεμένα κοσμήματα καθώς και ένα φημισμένο λακαρισμένο δοχείο με ζωγραφικές αναπαραστάσεις από μικρές φιγούρες, που μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα ωραιότερα πρωτοκινεζικά αντικείμενα αυτού του είδους– βρέθηκαν στους τάφους Λο-Λανγκ, στα περίχωρα της Πιονγκγιάνγκ. Η Λο-Λανγκ και η νέα επαρχία Tάι-φανγκ, που είχε δημιουργηθεί νοτιότερα κατά τον 3ο αι. και απέβλεπε στην αντιμετώπιση της κορεατικής πίεσης, αντιστάθηκαν έως το 313 μ.Χ., όταν η Βόρεια Κ. κατακτήθηκε από το βασίλειο Kογκουργιό, οπότε οι κινεζικές αποικίες εκμηδενίστηκαν και εγκαινιάστηκε με την περίοδο των Τριών Βασιλείων η πρώτη φάση της κατεξοχήν κορεατικής τέχνης, που συνδεόταν άρρηκτα με τον βουδισμό, ο οποίος είχε εισαχθεί στη χώρα από την Κίνα το 372. Η τέχνη των Τριών Βασιλείων. Η ακμή του βόρειου βασιλείου Kογκουργιό συνδέεται με τη δημιουργία των νέων πρωτευουσών Tσιαν-Xσιέν (σημερινή Tσι-άν) και Πιονγκγιάνγκ (από το 472 έως την πτώση του βασιλείου το 668), όπου οι Kογκουργιό εγκαταστάθηκαν οριστικά έναν αιώνα μετά την κατάκτηση της Λο-Λανγκ. Οι μεγάλοι πέτρινοι τάφοι σε σχήμα κλιμακωτής πυραμίδας του T’ουνγκ-κου (τάφος του στρατηγού, 5ος αι.) αποτελούν τα αρχαιότερα μνημεία αυτού του πολιτισμού. Οι τυμβοειδείς τάφοι, αντίθετα, που περιλαμβάνουν στο εσωτερικό τους ένα επενδεδυμένο με πέτρα και φιλοτεχνημένο με παραστάσεις δωμάτιο, ανάγονται χρονικά στην ιστορική περίοδο της άνθησης της Πιονγκγιάνγκ, κατά τη διάρκεια της οποίας είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος ο συγκεκριμένος ταφικός τύπος (τάφος με τις δύο κολόνες, τάφος του Oυχιόνι)· παρόμοια μνημεία υπάρχουν και στο T’ουνγκ-κου (τάφος των χορευτών κ.ά.). Οι τοιχογραφίες με σκηνές κυνηγιού, σκηνές από την καθημερινή ζωή, καθώς και τα κινεζικά σύμβολα των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα, αποτελούν την πιο χαρακτηριστική άποψη της τέχνης κογκουργιό· επίσης υπάρχει πληθώρα οδοντωτών προεξοχών στους τοίχους διακοσμημένων σύμφωνα με την τεχνοτροπία Χαν και με την αντίστοιχη των Έξι Δυναστειών (κύλινδρος του Kου K’άι-τσι). Αν η καλλιτεχνική δημιουργικότητα του Kογκουργιό εκπροσωπείται κυρίως από τα ζωγραφικά κατάλοιπα που διασώθηκαν, η δημιουργικότητα, αντίθετα, του βασιλείου Παεκτσέ (τυπικά ιδρύθηκε το 18 π.Χ., όμως διαμορφώθηκε ουσιαστικά περίπου το 300) εκπροσωπείται κυρίως από ναούς, εκ των οποίων διατηρήθηκαν μερικές παγόδες, αλλά και από τη γλυπτική. Όμως, η πιο υψηλή έκφραση της τέχνης του Παεκτσέ είναι οι γλυπτικές βουδιστικές αναπαραστάσεις, οι οποίες διακρίνονται από τα στρογγυλά και χαμογελαστά πρόσωπα· αυτά διαφέρουν από τα λεπτά πρόσωπα της τεχνοτροπίας ουέι, τα οποία συνδέονται με τους νέους τύπους της κινεζικής γλυπτικής του 6ου αι. Ανάμεσα σε αυτές τις γλυπτικές αναπαραστάσεις συγκαταλέγονται το ανάγλυφο σε βράχο που παριστάνει τη βουδιστική τριάδα και βρίσκεται στη Σεοσάν, ένας μικρός Bοδισάτβα από επιχρυσωμένο μπρούντζο που βρέθηκε στο Mπουγέο και ο καθιστός Σακιαμούνι από στεατίτη (τα δύο τελευταία βρίσκονται στο Εθνικό Μουσείο της Σεούλ). Όμως τα πιο φημισμένα γλυπτά του βασιλείου Παεκτσέ βρίσκονται έξω από την Κ., στην Ιαπωνία, όπου η μυστηριακή γοητεία και το χαμόγελο Παεκτσέ χαρακτηρίζουν τα ξύλινα αγάλματα του Kουντάρα Kάνον στον ναό του Xοργιού στη Nάρα και του Γκούτζε Kάνον στη Γιουμεντόνο. Στο νοτιοανατολικό βασίλειο Σίλα, τελευταίο από τα Τρία Βασίλεια (η επίσημη ίδρυσή του χρονολογείται το 57 π.Χ. αλλά ουσιαστικά συγκροτήθηκε περίπου το 300), που επρόκειτο να ενώσει την Κ. το 668, υπάρχει μεγάλος αριθμός τυμβοειδών τάφων ενός ειδικού τύπου. Ο τύμβος κατασκευαζόταν από ποταμίσια χαλίκια καλυμμένα από χώμα και περιλάμβανε ένα ξύλινο δωμάτιο με τη μορφή σαρκοφάγου, το οποίο περιείχε μία μικρότερη σαρκοφάγο, επίσης ξύλινη. Η ύπαρξη πέτρινων οικοδομημάτων επαληθεύεται με το επονομαζόμενο Παρατηρητήριο των Άστρων (Tσ’ομσόνγκ-ντάε), κοντά στην Γκιονγκτζού, που ανάγεται χρονικά στον 7ο αι. και έχει σχήμα κυλίνδρου, η διάμετρος του οποίου μειώνεται προοδευτικά προς την κορυφή (οι 365 πέτρες που το αποτελούν –όσες οι ημέρες του χρόνου– μαρτυρούν θρησκευτική ευλάβεια, αλλά και σχετική γνώση της αστρονομίας). Επίσης επαληθεύεται και από την παγόδα του Πουνχουανγκσά της Γκιονγκτζού, η οποία αρχικά αριθμούσε εννέα ορόφους (σήμερα παραμένουν τρεις), και η τεχνοτροπία της κατεργασίας της πέτρας μαρτυρεί μίμηση των πλίθινων κινεζικών παγόδων, ενώ τα γλυπτά της την επίδραση της κινεζικής τεχνοτροπίας των Έξι Δυναστειών. Στη γλυπτική σίλα διακρίνεται ένα αυστηρά εθνικό στιλ, που χαρακτηρίζεται από μυστικισμό και από διάχυτο φορμαλιστικό νατουραλισμό. Η τελευταία διαδόθηκε αργότερα σε σχέση με τα άλλα δύο βασίλεια (ο βουδισμός διείσδυσε τον 5ο αι. και έγινε επίσημη θρησκεία το 528). Το αρχαίο Σίλα απέδωσε στις γλυπτικές αναπαραστάσεις του Βούδα και του Mαϊτρέγια –σε στάση βαθιάς περισυλλογής, η οποία επικρατούσε στην Κ. ανάμεσα στα τέλη του 6ου και τις αρχές του 7ου αι.– αυστηρή σχηματοποίηση των κάθετων πτυχών και ολοκληρωτική αφαίρεση του κορμού. Τα πιο σημαντικά παραδείγματα αυτής της τέχνης αποτελούν ο ακέφαλος Mαϊτρέγια από γρανίτη (Εθνικό Μουσείο, Σεούλ), ο λεπτόμορφος μπρούντζινος Mαϊτρέγια (ανάκτορο Tόκσου, Σεούλ), καθώς και ο Mαϊτρέγια από επιχρυσωμένο μπρούντζο (ανάκτορο Tόκσου, Σεούλ), που έχει τρυπημένα αφτιά, σύμφωνα με το ρεύμα της εποχής Σίλα που επέβαλε τα βαριά χρυσά σκουλαρίκια. Χαρακτηριστικά έργα της τέχνης των Τριών Βασιλείων είναι και οι φημισμένες χρυσές κορόνες (η πιο γνωστή είναι εκείνη που ανακαλύφθηκε το 1921 σε τάφο στην Γκιονγκτζού), διακοσμημένες με χρυσές ταινίες και ενώτια με πολύτιμους λίθους. Η ακμή του βασιλείου Σίλα. Η ταυτόχρονη πίεση από τους Κινέζους T’ανγκ και από τους Σίλα του Νότου οδήγησε στην καταστροφή των παλαιών βασιλείων και στην ενοποίηση της Κ. υπό τη δυναστεία Σίλα (Μεγάλο Σίλα, 668-918). Ο καλλιτεχνικός εθνικισμός του αρχαίου Σίλα, που ήταν απομονωμένο στο νοτιοανατολικό τμήμα της χερσονήσου, παραχώρησε τη θέση του σε μια βαθιά ευλάβεια για τον κινεζικό πολιτισμό T’ανγκ, από τον οποίο επηρεάστηκαν ιδιαίτερα η πολιτική, η γραπτή γλώσσα, η κουλτούρα και η τέχνη. Από τις εκατοντάδες των ναών σώζονται, εκτός από τις πέτρινες παγόδες, ο ναός του Πουλγκούκ-σα στα Δ της Γκιονγκτζού και ο ναός του Σουκουλάμ, οι οποίοι χρονολογούνται στο β’ μισό του 8ου αι. Η γλυπτική του Μεγάλου Σίλα είναι ρωμαλέα, αρμονική, απέριττη και συγγενής με το αντίστοιχο κινεζικό στιλ T’ανγκ. Ιδιαίτερη σημασία έχει δοθεί και στα γλυπτά από γρανίτη· ανάμεσα στα πιο μεγαλοπρεπή δείγματα του είδους συγκαταλέγεται ο κολοσσιαίος Βούδας της ροτόντας του ιερού του Σουκουλάμ, που είναι καθισμένος σε στάση διαλογισμού με τη γη, καθώς και οι ανάγλυφες βουδιστικές φιγούρες τρομερών φρουρών που διακοσμούν τον προθάλαμο, την είσοδο και τη ροτόντα. Όμως και η γλυπτική σε μπρούντζο εκπροσωπείται από δύο τεράστιους επιχρυσωμένους Βούδες οι οποίοι βρίσκονται στον ναό του Πουλγκούκ-σα και διαπνέονται από έναν κλασικό ρεαλισμό που παρατηρείται επίσης και στα μπρούντζινα ειδώλια τρομερών φρουρών που βρέθηκαν στην παγόδα του ναού Kαμούν-σα (7ος αι.) και αποτελούν τμήμα ενός μπρούντζινου κιβωτιδίου που περιέχει ένα βουδιστικό φυλαχτό. Η τέχνη του βασιλείου Kοργιό. Το βασίλειο Kοργιό (918-1392), που προήλθε από την παρακμή του Μεγάλου Σίλα και αναστατώθηκε επανειλημμένα από τις εξεγέρσεις των ευγενών, είχε πρωτεύουσα το Σονγκντό (σημερινή Γκαεσόνγκ), που βρίσκεται στην κεντροδυτική Κ. και διακρίνεται από μια σημαντική αρχιτεκτονική και κεραμική δραστηριότητα, αλλά και από παρακμή της γλυπτικής. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου διείσδυσε στην αρχιτεκτονική ξύλινων κατασκευών το τυπικό κινεζικό στιλ τεντζικουγιό, που επικεντρώνει στη σχέση ανάμεσα στις κολόνες και στις πολλαπλές δομικές προεξοχές που συγκρατούν τις δοκούς των γεισωμάτων. Αυτό το στιλ, που στην Κ. ονομάζεται τσουσιμπ’ό, χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο μέρος των οικοδομημάτων, στα οποία συγκαταλέγεται πληθώρα πέτρινων, πολυώροφων παγόδων· ο πιο φημισμένος ναός είναι το μοναστήρι του Πουσόκ-σα. Αναφορικά με τη γλυπτική, κατά την πρώτη περίοδο του στιλ Kοργιό παρατηρείται σκλήρυνση στην έκφραση και υπερβολική επιμήκυνση των ματιών. Στη συνέχεια κυριαρχεί η μίμηση της τεχνοτροπίας γιουάν και μινγκ (πρώτης περιόδου), όπως παρατηρούνται στα πολυάριθμα ξύλινα ή λακαρισμένα αγάλματα του Kάνον. Όμως ανάμεσα στα αγάλματα ξεχωρίζει ένα από τα πιο ευγενή, ο ξύλινος Aμιτάμπα της αίθουσας της αιώνιας ζωής του Πουσόκ-σα. Στην άλλη αίθουσα του ίδιου ναού υπάρχει το αρχαιότερο δείγμα τοιχογραφιών σε ναό, με τον Βοδισάτβα και τους ουράνιους βασιλείς. Η άνθηση των πορσελάνων γιε του κινεζικού Tσεκιάνγκ (τέλη 11ου – αρχές 12ου αι.) εμπνέει την τέχνη των τσελαντόν με υπέροχα εφυαλωμένα δείγματα, τα οποία είναι εγχάρακτα κάτω από το βερνίκι ή ακόμα ψηφιδοθετημένα με μια ιδιαίτερη τεχνική. Η τέχνη του βασιλείου Γι. Όταν με την ανάδειξη της δυναστείας Γι (1392-1910) ορίστηκε πρωτεύουσα η Σεούλ, άρχισε να μειώνεται βαθμιαία η αρχική σημασία της κορεατικής τέχνης. Σε αυτό συνετέλεσαν η εξασθένηση των άμεσων επαφών με τον κινεζικό πολιτισμό, η αυξανόμενη επιρροή της ιαπωνικής και της μογγολικής τέχνης και κυρίως η υιοθέτηση του κομφουκιανισμού ως επίσημης φιλοσοφίας και οι μαζικοί διωγμοί των οπαδών του βουδισμού. Στον χώρο της ζωγραφικής, από την οποία δεν λείπουν οι τοιχογραφίες, την πιο σημαντική έκφραση αποτελούν οι προσωπογραφίες, που φιλοτεχνούνταν κατόπιν παραγγελίας των ανώτερων κρατικών λειτουργών. Ιδιαίτερη άνθηση γνώρισε και η κινεζική θεματική, δηλαδή τα τοπία, τα ψάρια, τα ζώα, καθώς και τα τέσσερα κυρίαρχα στοιχεία της κινεζικής ζωγραφικής (το μπαμπού, το χρυσάνθεμο, η ορχιδέα και το άνθος του βάτου)· αξιοσημείωτο είναι ότι στην Κ., όπως και στην Κίνα, η ζωγραφική, η καλλιγραφία και η ποίηση ήταν τέχνες αδιαίρετες. Ανάμεσα στους τοπιογράφους και στους ζωγράφους λουλουδιών, ξεχώρισαν τον 15ο αι. ο Kανγκ Xουί-αν και ο Aν-κιόν, ενώ τον 16ο διακρίθηκε η φημισμένη ζωγράφος και ποιήτρια Σιν Σαϊμντάνγκ, καθώς και οι δύο Γι Tσονγκ. Ο πιο πρωτοποριακός καλλιτεχνικά και επιδέξιος προσωπογράφος του 17ου αι. ήταν ο Kιμ Mιόνγκ-γκουκ, ο οποίος ήταν ικανός να εκτελέσει ένα έργο με ελάχιστες πινελιές και, ενίοτε, χρησιμοποιώντας μόνο μελάνι· ο ίδιος ζωγράφιζε επίσης σκηνές και τοπία. Τον 18ο αι. ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν τα τοπία του Tσονγκ Σον, και κυρίως το φημισμένο έργο του ίδιου Βουνά του διαμαντιού. Κατά τα τέλη του 18ου αι. αναδείχθηκε ο Kιμ Xονγκ-ντο, ο οποίος όμως άντλησε, αναφορικά με τα τοπία, μεγάλο μέρος της θεματολογίας του από τα πρότυπα της τεχνοτροπίας μινγκ.Ο 20ός αι. Το επικρατέστερο αρχιτεκτονικό στιλ είναι το ταπ’ο, που προσφέρεται στις νέες διακοσμητικές τάσεις. Ανάμεσα στις διάφορες κατασκευές ξεχωρίζουν οι πύλες των πόλεων, από τις οποίες η πιο παλαιά είναι η βόρεια πύλη της Σεούλ (1936)· τα παλαιότερα κτίρια της Σεούλ χρονολογούνται στον 19ο αι. Το ανάκτορο Kιονγκμπόκ, πολυτελές και μεγαλοπρεπές, αντιγράφει το σχήμα και τη φόρμα των αυτοκρατορικών ανακτόρων των Μινγκ, ενώ οι διακοσμήσεις του απέχουν αρκετά από τα παραδοσιακά πρότυπα. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας κατοχής της Κ. από τους Ιάπωνες (1910-45), πραγματοποιήθηκαν διάφορες αρχαιολογικές έρευνες. Ωστόσο, την ίδια εποχή υπέστησαν φθορές οι πύλες και τα τείχη της Σεούλ, τα οποία έως τις αρχές του 20ού αι. είχαν διατηρήσει τα αρχαία χαρακτηριστικά της κινεζικής πολεοδομίας. Οι Ιάπωνες επισκεύασαν αρκετά μνημεία τεχνοτροπίας γι, από τα οποία όμως αφαιρέθηκαν τα πιο αξιόλογα ξύλινα γλυπτά που σήμερα κοσμούν τα μουσεία της Nάρα και του Τόκιο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ανάμεσα στα δύο κράτη της κορεατικής χερσονήσου, υπέστη μεγάλες φθορές ο βουδιστικός ναός των βουνών του διαμαντιού και μόνο στις τελευταίες δεκαετίες περατώθηκε το σχέδιο περισυλλογής του εναπομείναντος υλικού για τον πλουτισμό των μουσείων της Σεούλ, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν ιδιαίτερα το Εθνικό Μουσείο και το Μουσείο του ανακτόρου Τόκσου. Στο β’ μισό της δεκαετίας του 1950 μια φιλελεύθερη τάση προώθησε τη μοντέρνα τέχνη, επιβάλλοντας αρχικά το ρεύμα του υπερρεαλισμού και του αφηρημένου εξπρεσιονισμού· κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 επικράτησαν η ποπ-αρτ και η οπ-αρτ. Από τους ζωγράφους ιδιαίτερα αξιόλογοι είναι ο Pι Ία-Σουντ, ο Pι Σανγκ-Oυούκ, ο Kιμ Xιουνγκ-ντάε και ο Kιμ Tσα-σουπ, ενώ ανάμεσα στους γλύπτες ξεχωρίζει ο Kιμ Ποκ-τσιν, το καλύτερο έργο του οποίου είναι ο κολοσσιαίος Nονσάν Mαϊτρέγια Βούδας που βρίσκεται στη βόρεια Τσουνγκτσόνγκ. Η αρχιτεκτονική, κατά τα τελευταία χρόνια, βρίσκεται σε αναζήτηση μιας αυτόνομης κατεύθυνσης, καθώς επιχειρούνται προσπάθειες συνδυασμού μοντέρνων τεχνικών με το ανάλαφρο και ευφάνταστο πνεύμα του παρελθόντος. Σε αυτή ακριβώς την κατεύθυνση βρίσκονται τα έργα των αρχιτεκτόνων Kιμ Σουγκούν και Kιμ Tσουνγκ-οπ.Από τις αρχές του 20ού αι., με ιαπωνική πρωτοβουλία, δημιουργήθηκαν κινηματογραφικές αίθουσες στη Σεούλ, στην Πιονγκγιάνγκ, στην Μπουσάν, αλλά και σε άλλες πόλεις της χερσονήσου. Η πρώτη κορεατική βωβή ταινία γυρίστηκε το 1923, ωστόσο τα στοιχεία από την πρώιμη ιστορία του κορεατικού κινηματογράφου είναι αποσπασματικά, καθώς η συντριπτική πλειονότητα εκείνων των ταινιών καταστράφηκε τη δεκαετία του ’50, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κ. Από τα φιλμ που γυρίστηκαν κατά την περίοδο από την αμερικανική κατοχή έως το τέλος του πολέμου της Κ. διασώθηκαν μόνο πέντε, ανάμεσα στα οποία και το Ζήτω η ελευθερία! (Chayu Mense!, 1946) του Τσόι Αν-γκι, μία ωδή πατριωτισμού με έντονα αντι-ιαπωνικά μηνύματα. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, καταστράφηκε μεγάλο μέρος του κινηματογραφικού εξοπλισμού και μετά την υπογραφή της εκεχειρίας (1953), ο πρόεδρος της Νότιας Κ. Ρι Σίνγκμαν διακήρυξε την απαλλαγή του κινηματογράφου από κάθε καταβολή φόρου προκειμένου να αναβιώσει η κινηματογραφική βιομηχανία της χώρας. Τον ίδιο στόχο είχε και το σύστημα ποσόστωσης που επιβλήθηκε αργότερα, το οποίο περιόριζε τις προβολές των ταινιών του Χόλιγουντ και του Χονγκ Κονγκ. Το 1973 ιδρύθηκε στη Νότια Κ. ο οργανισμός Κorean Motion Picture Promotion Corporation, που απέβλεπε στην ανανέωση του κορεατικού κινηματογράφου· ο οργανισμός αναδιαρθρώθηκε το 1999 και με την ονομασία Korean Film Commission (KOFIC) ανέλαβε την προώθηση των κορεατικών ταινιών εντός και εκτός των συνόρων της χώρας. Κατά την περίοδο 1960-70 αναδείχθηκε ο Κιμ Κι-γιανγκ, ο οποίος, με καλλιτεχνική αφετηρία το φιλμ The Box of Death (1955), γύρισε δεκάδες ταινίες (ανάμεσα στις οποίες το The Housemaid και το Iodo, 1961 και 1977 αντίστοιχα) εκφράζοντας τις αναζητήσεις του γύρω από τα θέματα της σεξουαλικότητας, της επιθυμίας και του θανάτου. Το 1981 ο σκηνοθέτης Ιμ Κουόν-Τάεκ, κεντρικό πρόσωπο του κορεατικού κινηματογράφου, έγινε διάσημος με την ταινία του Mandala και το 2002 βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Κανών για την ταινία του Μεθυσμένος με γυναίκες και ζωγραφική (Chihwaseon). Ιδιαίτερα αξιόλογος σκηνοθέτης είναι και ο Λι Τσανγκ-ντονγκ, ο οποίος, με την ταινία του Peppermint Candy (1999), κέρδισε το ειδικό βραβείο στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στις Κάνες, ενώ τρία χρόνια αργότερα το φιλμ του Όαση (Oasis, 2002) τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ της Βενετίας.Η κορεατική μουσική παρουσιάζει πολλά κοινά σημεία με την παραδοσιακή κινεζική. Οι δύο χώρες βρίσκονταν σε συνεχή επαφή, τόσο πολιτική όσο και πολιτιστική, και αναπόφευκτα το βάρος της κινεζικής πείρας, τόσο πλούσιας σε πνευματικά στοιχεία, είχε αντίκτυπο στην Κ. Ωστόσο, παρά την έντονη επιρροή της κινεζικής μουσικής, η ηχητική κορεατική εκφραστικότητα παρουσιάζει πολυάριθμες πρωτοτυπίες και κυρίως μία αυτονομία που εκφράζεται από έναν τόνο μελαγχολίας. Όπως σε όλες τις χώρες της ανατολικής Ασίας, έτσι και στην Κ. παρατηρείται μια σαφής διαφορά ανάμεσα στη λαϊκή και στην έντεχνη παράδοση, μολονότι είναι κοινά πολλά δομικά και στιλιστικά στοιχεία. Λόγω της απομόνωσής της η Κ. κατάφερε να διατηρήσει αρκετές αρχαίες μουσικές φόρμες. Αδιάψευστη μαρτυρία της συνέχισης της κινεζικής μουσικής στην Κ. αποτελεί το μουσικό δράμα. Όπως στην Κίνα (αντίθετα από το δυτικό θέατρο), έτσι και στην Κ. η βασική ιδέα της λυρικής όπερας είναι η ερμηνεία της ζωής και όχι η μίμησή της. Στο Παν-σόρι, που είναι το κατεξοχήν κλασικό είδος κορεατικού θεάτρου, υμνούνται οι υψηλές ηθικές αξίες του λαού, όπως η αγάπη για την πατρίδα, η συζυγική πίστη, η φιλία. Η κλασική μουσική προβλέπει τη συνύπαρξη μουσικής και τραγουδιού. Η κορεατική ορχήστρα παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία οργάνων που ανήκουν σε όλα τα είδη (έγχορδα, πνευστά και κρουστά). Όπως και στην Κίνα, η λαϊκή παράδοση είναι επηρεασμένη από την έντεχνη σχολή αλλά τα δημιουργήματά της είναι πιο απλά και οι εκδηλώσεις της πιο αυθόρμητες και εκφράζονται κυρίως από ερασιτέχνες. Στις μεγάλες συγκεντρώσεις, που διοργανώνονται κάθε χρόνο και είναι συνδεδεμένες με αγροτικές γιορτές, συμμετέχουν ολόκληρες κοινότητες με μουσικές και χορευτικές εκδηλώσεις. Τα έντονα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα που συγκλόνισαν τη χώρα προκάλεσαν, κυρίως στις πόλεις, έναν γρήγορο εξευρωπαϊσμό των κοινωνικών δομών αλλά και των μουσικών εκφραστικών μεθόδων. Στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου το κομουνιστικό καθεστώς ευνόησε ιδιαίτερα τη διατήρηση του παραδοσιακού στιλ, προσαρμόζοντάς το όμως στα νέα καλλιτεχνικά και κοινωνικά δεδομένα, κυρίως σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των τραγουδιών. Στον Νότο, η διαδικασία μετάλλαξης ήταν αντίθετα πιο άμεση και έντονη. Η μουσική εξελίχθηκε στις πόλεις και στα χωριά σύμφωνα με το ανατολίτικο στιλ, αλλά με μια μοντέρνα τεχνοτροπία, ενώ η παραμονή των αμερικανικών δυνάμεων κατοχής είχε ως συνέπεια τη διάδοση της τζαζ.Γάμος. Πρόκειται για έναν από τους θεσμούς της κοινωνικής ζωής της Κ., ο οποίος διατήρησε περισσότερο τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά. Ο παντρεμένος άντρας έχει ξεχωριστή θέση στην κοινωνία και η άποψή του είναι σεβαστή. Η θέση της γυναίκας, όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις είναι περιορισμένη. Μετά την ηλικία των οκτώ ετών, τα κορίτσια και τα αγόρια διαπαιδαγωγούνται με διαφορετικό τρόπο, ενώ αργότερα οι γονείς με τη βοήθεια ενός προξενητή φροντίζουν για την επιλογή του κατάλληλου συζύγου. Ο γάμος είναι άλυτος και η νόμιμη σύζυγος απολαμβάνει τα προνόμια που της παρέχουν ο βαθμός και η κοινωνική τάξη του συζύγου της, ανεξάρτητα από τη δική της καταγωγή. Θάνατος. Από τα πανάρχαια χρόνια ήταν ιδιαίτερα σημαντική η εκλογή του τάφου στην Κ., καθώς επικρατεί η αντίληψη ότι ο κατάλληλος τάφος εξευμενίζει τα πνεύματα της γης και εξασφαλίζει αιώνια ειρήνη στον νεκρό· η έκταση του χώρου που περιβάλλει τον νεκρό είναι ανάλογη με την οικονομική ευρωστία της οικογένειάς του. Την ημέρα της κηδείας, συγγενείς και φίλοι συγκεντρώνονται μπροστά στο σπίτι του νεκρού έως την ώρα της δύσης του ηλίου, οπότε ξεκινά η νεκρική πομπή. Πριν από το φέρετρο προηγείται ένας σημαιοφόρος με ένα κόκκινο λάβαρο, το οποίο δείχνει την κοινωνική θέση και τους τίτλους του νεκρού. Τη στιγμή της ταφής τοποθετούνται γύρω από το μνήμα μικρά βάζα με κρασί και ξηρά ψάρια, ενώ στο εσωτερικό του τάφου τοποθετούνται πέτρινα πλακίδια, μεγέθους περίπου 10 τ. εκ., με το όνομα και τους τίτλους του νεκρού, ώστε να αναγνωριστεί στον κόσμο των νεκρών. Μετά τη λήξη της τελετής, όλοι κατευθύνονται στο σπίτι, ενώ οι συγγενείς μεταφέρουν και ένα από τα πλακίδια το οποίο, αφού λήξει η περίοδος του πένθους, τοποθετείται μαζί με τα υπόλοιπα στον χώρο που είναι ειδικά αφιερωμένος στη λατρεία των προγόνων. Οι συνήθειες που διέπουν τα νεκρικά έθιμα έχουν μεγάλη σημασία για τη ζωή των Κορεατών. Μόνο οι άντρες φέρουν πένθος, για μία περίοδο που ποικίλλει από τρεις μήνες έως τρία χρόνια, ανάλογα με τον βαθμό συγγενείας με τον νεκρό. Σε όλη τη διάρκεια του πένθους φορούν ρούχα από κάνναβη, ενώ απαγορεύεται να δουλέψουν και οι συγγενείς είναι υποχρεωμένοι να τους συντηρούν. Το σπίτι. Τα σπίτια που βρίσκονται στις πόλεις της Κ., όταν δεν μιμούνται το δυτικό στιλ, ακολουθούν κινεζικά πρότυπα. Τα σπίτια των αγροτών είναι πολύ απλά, φτιαγμένα από πέτρα ή από άργιλο, έχουν συνήθως έναν όροφο και οι σκεπές τους κατασκευάζονται είτε από κεραμίδια είτε από χόρτα ρυζιού είτε από στάχυα. Τα σπίτια όσων δεν διαθέτουν οικονομική ευρωστία έχουν μόνο ένα δωμάτιο με λιτή διακόσμηση. Το δάπεδο είναι στρωμένο με παχύ και ανθεκτικό λαδόχαρτο, οι πόρτες και τα παράθυρα είναι κατασκευασμένα από πλεγμένα καλάμια επενδεδυμένα με λαδόχαρτο και στους τοίχους συνήθως αναρτώνται φύλλα χαρτιού με κινεζικές επιγραφές. Τα κρεβάτια κατασκευάζονται από ψάθα ή από δέρμα, το μαξιλάρι είναι κυλινδρικό και συχνά γι’ αυτή τη χρήση τοποθετείται ένας ξηρός κορμός δέντρου. Στο κέντρο του δωματίου δεσπόζει ένα κανγκ, σύμφωνα με τις κινεζικές συνήθειες, δηλαδή μία πυροστιά τοποθετημένη κάτω από το πάτωμα, η οποία, με υπόγειες σωληνώσεις, θερμαίνει όλο το σπίτι και χρησιμεύει και για το μαγείρεμα.Γιορτές. Ιδιαίτερη σημασία στη ζωή κάθε Κορεάτη έχει η ημέρα που συμπληρώνει τα εξήντα του χρόνια. Οι συγγενείς, συνήθως, για να γιορτάσουν αυτή την επέτειο, κάνουν μεγάλα δώρα στον εορταζόμενο και διοργανώνουν γιορτές και συμπόσια. Από τις συλλογικές γιορτές, η κυριότερη είναι εκείνη της Πρωτοχρονιάς. Στις 19 Μαΐου είναι η επέτειος της γέννησης του Βούδα και αυτή η γιορτή περιλαμβάνει υποβλητικές νυχτερινές πορείες των πιστών, οι οποίοι κρατούν φαναράκια. Στις 14 Ιουνίου τελείται γιορτή προς τιμήν του Tάνο, αφιερωμένη στα παραδοσιακά αθλήματα, όπως η πάλη, και η γιορτή της τραμπάλας στην οποία συμμετέχουν μόνο κορίτσια. Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στους γεωργούς. Κατά τη διάρκεια αυτής της ημέρας μέλη της κυβέρνησης και του διπλωματικού σώματος, όπως και οι πιο ηλικιωμένοι ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί συγκεντρώνονται και μεταφυτεύουν φυτά ρυζιού, ως σύμβολο ενότητας με τις οικογένειες των γεωργών. Τον Σεπτέμβριο τελείται η γιορτή της Σελήνης, που αντιστοιχεί στη 15η ημέρα του 8ου μήνα, σύμφωνα με το σεληνιακό ημερολόγιο. Πρόκειται για την πιο χαρούμενη γιορτή του χρόνου· την πρώτη πανσέληνο έπειτα από τη φθινοπωρινή συλλογή των καρπών της γης, οι Κορεάτες επισκέπτονται τους τάφους των προγόνων τους. Θρησκεία Η χώρα, κατά την πάροδο των αιώνων, ήταν δεκτική σε διάφορες λατρείες, από την πιο αρχαία ανιμιστική θρησκεία του σαμανισμού που βασίζεται σε υπνωτιστικές τελετουργίες, μέχρι τον βουδισμό (που εισήχθη τον 4ο αι.) και τον κομφουκιανισμό (επίσημη θρησκεία από το 1392 έως το 1910), που συνέβαλε στη διάδοση του πολιτισμού μέσω των ιδρυμάτων και των θρησκευτικών σχολών. Διαδεδομένες θρησκείες είναι επίσης ο ταοϊσμός και το Τσόντογκιο, μία λατρεία χαρακτηριστική της Κ., που συνδυάζει επιρροές του σαμανισμού με στοιχεία που προέρχονται από τον βουδισμό και τον χριστιανισμό. Γενικά, όμως, στις ανώτερες τάξεις επικρατεί ο κομφουκιανισμός και στις μεσαίες τάξεις ο βουδισμός. Η μεγάλη πλειονότητα του λαού γενικά αδιαφορεί για τον βουδισμό και διατηρεί τις αρχαίες πατρογονικές δοξασίες που αποτελούν μία παραλλαγή του σαμανισμού της βόρειας Ασίας, με βουδιστικές επιρροές. Επίσης είναι διαδεδομένη η λατρεία των ζώων καθώς και η λατρεία των προγόνων και της προστάτιδας θεότητας των διαφόρων οικισμών. Σημαντική είναι επίσης η λατρεία του ανώτατου ουράνιου όντος, που χαρακτηρίζεται ως ανώτερη δύναμη, στο οποίο αποδίδονται ύψιστες τιμές· παλαιότερα, σε περιπτώσεις ανάγκης, κινδύνου, επιδημίας ή ξηρασίας τελούσαν θυσίες προς τιμήν του. Ο χριστιανισμός είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος στο νότιο τμήμα της χερσονήσου. Εισήχθη στην Κ. τον 17ο-18ο αι., όχι μέσω των ιεραποστόλων αλλά μέσω Κινέζων χριστιανών και μέσω της μελέτης των χριστιανικών κειμένων, και γνώρισε αιματηρές διώξεις έως την υπογραφή της συνθήκης φιλίας και εμπορίου με τις ΗΠΑ το 1882.Αναφορικά με τις ενδυματολογικές συνήθειες, οι Κορεάτες ακολουθούν ολοένα και περισσότερο τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ωστόσο, η κορεατική παράδοση είναι διαφορετική. Το χρώμα που κυριαρχεί στο κορεατικό βεστιάριο είναι το λευκό. Οι άντρες φορούν ζακέτα με μανίκια, φαρδιά παντελόνια που δένονται με γκέτες και ένα μακρύ πανωφόρι. Το σύνηθες καπέλο είναι κατασκευασμένο από πλεγμένα φύλλα μπαμπού. Οι σύζυγοι των χωρικών φορούν ένα κοντό ζακετάκι, το οποίο καλύπτει μόνο το επάνω μέρος του στήθους, πολύ φαρδιά παντελόνια που δένουν στους αστραγάλους και μία βαμβακερή κοντή φούστα.Οι βασικές τροφές των Κορεατών είναι το ρύζι και το κεχρί, τα οποία μαγειρεύονται με μεγάλες ποσότητες από κοκκινοπίπερο, μπαχαρικά και σάλτσες. Αντιπροσωπευτικό πιάτο είναι το κίμτσι, ένα σύνολο από μικρές ποσότητες διαφόρων οσπρίων με αρκετό κοκκινοπίπερο. Ένα άλλο τυπικό έδεσμα αποτελείται από διάφορους τύπους κρέατος αναμεμειγμένους με λαχανικά. Το καλοκαίρι, οι κατώτερες τάξεις τρέφονται με πεπόνια και κολοκύθες (αποξηραμένα ή βραστά) που αφθονούν στην κορεατική χερσόνησο και τα οποία διατίθενται από πλανόδιους πωλητές. Το χαρακτηριστικό πιάτο για τις επίσημες περιστάσεις είναι το ψητό κοτόπουλο με όλα τα φτερά αλλά και τα εντόσθιά του. Από τα μη αλκοολούχα ποτά οι Κορεάτες προτιμούν το βραστό ρυζόνερο από το τσάι, ενώ από τα αλκοολούχα ευρεία διάδοση έχει το γιαχτζού, το ρυζόκρασο. Ο Κιμ Γιονγκ-Ιλ ανέλαβε τα καθήκοντα του προέδρου της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας το 1994, μετά τον θάνατο του πατέρα του Κιμ Ιλ Σουνγκ (φωτ. ΑΠΕ). Φωτογραφία από την πρώτη ιστορική σύνοδο κορυφής των ηγετών της Βόρειας και της Νότιας Κορέας Κιμ Γιονγκ-Ιλ και Κιμ Ντάε-γιουνγκ αντίστοιχα, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2000 στην Πιονγκγιάνκ (φωτ. ΑΠΕ). Ιστορική φωτογραφία από την υπογραφή της διμερούς συμφωνίας για ανακωχή (1953), που σήμανε το τέλος του πολέμου της Κορέας. Χαρτονόμισμα των 1.000 γουόν, που εκδόθηκε το 2002. Πετροχημικό εργοστάσιο της Ουονσάν στη Βόρεια Κορέα. Στιγμιότυπο από τη συνάντηση του πρόεδρου της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας Κιμ Γιονγκ-Ιλ με τον Ρώσο ομόλογο του Βλαντιμίρ Πούτιν, κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψης στη Μόσχα τον Αύγουστο του 2001 (φωτ. ΑΠΕ). To άγαλμα του Κιμ Ιλ Σουνγκ στην Πιονγκγιάνγκ (φωτ. ΑΠΕ). Μία άποψη της πρωτεύουσας Πιονγκγιάνγκ, που εκτείνεται προοδευτικά γύρω από τα μεγαλοπρεπή κτίρια του κέντρου. Αξιοθέατο στο Σονγκτάν. Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας Έκταση: 120.540 τ. χλμ. Πληθυσμός: 22.224.195 (2002) Πρωτεύουσα: Πιονγκγιάνγκ (2.741.260 κάτ. το 1993) Χιονισμένο τοπίο στην Πιονγκγιάνγκ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κορέα, Νότια — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κορέας Έκταση: 98.480 τ. χλμ. Πληθυσμός: 48.324.000 (2002) Πρωτεύουσα: Σεούλ (9.853.972 κάτ. το 2000)Κράτος της ανατολικής Ασίας, το οποίο καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της Κορεατικής χερσονήσου. Συνορεύει με τη… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Ασία — I Mία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται ολόκληρη σχεδόν στο βόρειο ημισφαίριο, και από γεωμορφολογική άποψη αποτελεί με την Ευρώπη αδιαχώριστη ενότητα, στην οποία δίνεται η ονομασία Ευρασία. H Α. είναι η μεγαλύτερη από όλες τις ηπείρους. Καλύπτει …   Dictionary of Greek

  • Αυστραλία — Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό και τον Ειρηνικό ωκεανό, που περιλαμβάνει την ομώνυμη μεγάλη νήσο του νότιου Ειρηνικού (λόγω του μεγέθους θεωρείται ηπειρωτικό έδαφος), την Τασμανία και άλλα νησιά.Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Ελβετία — Επίσημη ονομασία: Ελβετική Συνομοσπονδία Έκταση: 41.285 τ. χλμ Πληθυσμός: 7.258.900 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Βέρνη (122.500 κάτ. το 2001)Κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με τη Γαλλία, Β με τη Γερμανία, Α με την Αυστρία και το Λιχτενστάιν… …   Dictionary of Greek

  • Νέα Ζηλανδία — Νησιωτικό κράτος της Ωκεανίας, στον Ειρηνικό ωκεανό, κάτω από τον Τροπικό του Αιγόκερω, ΝΑ της Αυστραλίας.Την επικράτεια της Ν. Ζ. απαρτίζουν τα δύο μεγαλύτερα νησιά (βόρειο νησί και νότιο νησί), το μικρό νησί Στιούαρτ και πολλά μικρότερα νησιά.… …   Dictionary of Greek

  • ρωσοϊαπωνικός πόλεμος — Προκλήθηκε από το ταυτόχρονο ενδιαφέρον της Ρωσίας και της Ιαπωνίας για τη Μαντζουρία και την Κορέα. Η Ρωσία επιζητούσε, με την εξασφάλιση της κυριαρχίας στα εδάφη αυτά, να πετύχει την έξοδο σε μια θάλασσα που δεν την έκλειναν οι πάγοι ή στενά… …   Dictionary of Greek

  • Γενεύη — (γαλλ. Genéve, ιταλ. Ginevra, γερμ. Genf). Πόλη (175.000 κάτ. το 2000) της δυτικής Ελβετίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου καντονιού (282 τ. χλμ., 408.800 κάτ. το 2000). Βρίσκεται κοντά στα γαλλικά σύνορα, στο νοτιοδυτικό άκρο της ομώνυμης λίμνης. Τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.